Daily Archives: 02/09/2014

«Έχει ο Θεός»: Η παγίδα του Διαβόλου

Ὑπάρχει μία σημαντική μερίς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται νά ζοῦν μέσα εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν αἰσιοδοξίας καί ὑπεραισιοδοξίας δίχως βεβαίως νά στηρίζουν τήν νοοτροπίαν των αὐτήν εἰς ὀρθήν μετάνοιαν καί ἀντικειμενικήν βάσιν.
Βεβαίως, ὅπως ὅλοι γνωρίζωμε καί παραδεχώμεθα, ἡ αἰσιοδοξία εἰς τήν σωστήν της μορφήν ἀποτελεῖ ἀρετήν καί εἶναι ἀνάγκη νά ὑπάρχῃ εἰς τόν ἄνθρωπον. Ἀλλοίμονον δέ, ἐάν ἡ αἰσιοδοξία χαθῇ ἀπό τήν ζωήν μας. Ἄλλωστε, ἕνας πιστός εἰς τόν Χριστόν ἄνθρωπος, δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἀπαισιόδοξος καί νά τόν κατακλύζουν μαῦρα σύννεφα, ζοφερές σκέψεις, ἀλλά καί φόβοι, πού σχεδόν ποτέ δέν θά ἀντιμετωπίσῃ. Ἄλλο εἶναι ὅμως αὐτό καί ἐντελῶς διαφορετικό εἶναι τό νά ζῇ κανείς εἰς τά νέφη καί νά πιστεύῃ ὅτι ὅλα τά θέματα τῆς ζοφερῆς πραγματικότητος, ἀπό μόνα των, δίχως ἀγῶνα καί μάλιστα δίχως Θεόν, θά ἔχουν αἴσιον πέρας καί θά καταλήξουν καλά, ὅπως ὁ ἴδιος νομίζει τό «πέρας» καί θεωρεῖ τό «καλόν». Αὐτήν δυστυχῶς τήν νοοτροπίαν τήν εὑρίσκει κανείς εἰς ὅλους τούς χώρους καί τήν συναντᾷ εἰς ὅλα τά ἐπίπεδα.
Ἄς ξεκινήσωμε ἀπό τόν χῶρον τῆς Ἑκκλησίας καί εἰς τήν συνέχειαν θά συναντήσωμε ἐμπρός μας αὐτήν τήν στάσιν ζωῆς καί εἰς ἄλλους τομεῖς. Εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν, χωρίς βεβαίως ἀπόλυτα στεγανά, περιλαμβάνονται ὅσοι πιστοί ἔχουν παύσει νά ἀγωνίζωνται τόν ἱερόν ἀγῶνα τῆς Πίστεως μέ τίς προδιαγραφές τῶν Ἁγίων καί κρατοῦν τήν πίστιν ἁπλῶς ἐγκεφαλικά. Γνωρίζουν βεβαίως ἀρκετά ἐκ τῆς Δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν γνῶσιν σελίδων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, διαθέτουν κατά τόν Ἀπόστολον «μόρφωσιν εὐσεβείας» (Β´ Τιμόθ. γ´, 5), ἐπί τῆς οὐσίας ὅμως ἀρνοῦνται τήν δύναμιν τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰς τήν ὁποίαν ὀφείλονται ὁ δυναμισμός καί ὁ ἀγώνας εἰς θέματα Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Ὀρθοπραξίας.
Ὅμως εἶναι ἀνάγκη νά γνωρίζωμε, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις δέν εἶναι οὔτε ἰδεολογία, οὔτε φιλοσοφία, οὔτε βεβαίως ἕνα ἁπλό συναίσθημα. Ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις καλύπτει ὁλόκληρον τήν ὕπαρξιν τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος καί καταρτίζει τόν πιστόν διά πολυμετώπους ἀγῶνας καί διά θυσίας. Δι᾽ ἀγῶνας καί διά θυσίας, πού ξεκινοῦν ἀπό τήν πάλην μέ τήν ἰδίαν τήν καρδίαν τοῦ πιστοῦ καί φθάνουν ἕως αὐτούς τούς Ἐκκλησιαστικούς ἀγῶνας. Ἐμπρός ὅμως εἰς τόν ὁλοκληρωτικόν ἀγῶνα τῆς πνευματικῆς καθάρσεως καί τῆς ἰσορροπημένης καί εὐλογημένης ἐκκλησιαστικῆς παρουσίας καί μαρτυρίας, πού ἐκφράζεται διά τῶν λόγων καί διά τῶν ἔργων τῶν πιστῶν, ἐμπρός εἰς αὐτόν τόν κόπον καί τάς θυσίας, ὁ μή συνειδητοποιημένος Χριστιανός προτιμᾶ τήν «κάλυψιν», τήν »ἀπόκρυψιν» καί τήν «παραλλαγήν». Ἔτσι, τόν λόγον λαμβάνουν τά «προπετάσματα καπνοῦ», πού μεταφράζονται ἐπί τῆς θεωρίας καί κυρίως τῆς «πράξεως», ὡς «ἔχει ὁ Θεός», «ἐμεῖς εἶναι ἀδύνατον νά κάνωμε κάτι», «θά μιλήσῃ ὁ Θεός» καί ἐπίσης τό ἐντελῶς ἐξοργιστικόν «οἱ ἐποχές εἶναι πάντοτε οἱ ἴδιες καί αὐτά συνέβαιναν πάντοτε», κλπ.
Τό νά ἀκούωνται τά λόγια αὐτά ἀπό τούς ἀγωνιζομένους πιστούς, ἀφοῦ πρῶτα ἔχουν κάμει «ὅ,τι περνᾶ ἀπό τό χέρι των», δηλαδή τό καθῆκον των, αὐτό ἀποτελεῖ ὄντως ἀπαύγασμα Πίστεως ζωντανῆς καί ἐπιφέρει εἰρήνην καί ἀνάπαυσιν εἰς τήν καρδίαν, συμφώνως πρός τό «ἡσυχάσαμεν εἰπόντες· τό θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω» (Πράξ. Ἀπ. κα´, 14). Ἀλλά τό νά ἀκούωνται οἱ παραπάνω φράσεις ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶναι παντελῶς ἄγευστοι ἀγώνων πρός προσωπικήν πνευματικήν κάθαρσιν, πρός διόρθωσιν κοινωνικήν καί ἐλευθερίαν ἐκκλησιαστικήν, τοῦτο ὄχι μόνον προξενεῖ σκάνδαλον καί ἀθυμίαν εἰς τούς πιστούς, ἀλλά φανερώνει ἀσυνέπειαν χριστιανικῆς ζωῆς, δειλίαν, καιροσκοπισμόν καί εἰς κάποιες τῶν περιπτώσεων, ἀποκαλύπτει τακτικήν »Δουρείου Ἵππου».
Ὅπως γίνεται κατανοητόν, πρόκειται περί τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταστήσει τούς ἑαυτούς των καί μαζί των ὅσους τούς ἀκολουθοῦν, ἐντελῶς ἀνικάνους εἰς τό νά ἐκφέρουν φωνήν ἔστω καί ἁπλῆς διαμαρτυρίας. Ποῦ νά κάμῃ κανείς εἰς αὐτούς λόγον περί θεμάτων Πίστεως καί ζωῆς πού ἀπαιτοῦν θυσίας; Εἰς τήν σκέψιν ὅτι ἐνδεχομένως καί διά τῆς ἐλαχίστης διαμαρτυρίας, ὄχι θά χαθῇ, ἀλλά ἁπλῶς θά σεισθῇ ὁ θῶκος των, τρέμουν ὡς «κάλαμοι ὑπό ἀνέμων σαλευόμενοι». Ἀντί δέ νά ἐπαναστατήσουν κατά τοῦ κακοῦ καί ἐναντίον ὅσων ἐκ πεποιθήσεως καί συστηματικῶς ἐργάζονται εἰς αὐτό, θυμώνουν, ἐξοργίζονται καί προσπαθοῦν νά ταπεινώσουν ὅσους ἔχουν καί δείχνουν διάθεσιν ἡρωϊκήν καί χριστιανικήν. Καί αὐτά μέν δι᾽ ὅσους κατέχουν κάποιαν θέσιν καί ἀποδεικνύονται «καρεκλοκένταυροι», εἴτε εἰς τόν πολιτικόν, εἴτε εἰς κάποιον ἄλλον, εἴτε κυρίως εἰς τόν ἐκκλησιαστικόν τομέα.
Διά δέ τούς ἁπλούς πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πνιγεῖ ἀπό τήν μούχλαν τοῦ φόβου καί ἔχουν βραχυκυκλωθῆ ἕνεκεν ἀρρωστημένης πνευματικότητος, ὅταν ἡ Πίστις εἶναι τό κινδυνευόμενον, αὐτοί τί κάμνουν; Συγχύζονται, τά χάνουν καί κλονίζονται «ὡς φύλλα ἐξ ἀμπέλου καί ὡς πίπτει φύλλα ἀπό συκῆς» (Ἡσ. λδ´, 4). Δηλαδή, ὅπως πίπτουν τά μαραμένα φύλλα ἀπό τήν ἄμπελον καί ὅπως πίπτουν τά φύλλα ἀπό τήν συκήν. Παρουσιάζουν θέαμα ἀξιοθρήνητον εἰς τήν σκέψιν καί μόνον, ὅτι ἴσως χρειασθῇ νά θέσουν τήν ὑπογραφήν των κάτωθεν ἑνός ἁπλοῦ κειμένου διαμαρτυρίας. Βαυκαλίζουν ἑαυτούς καί ἀλλήλους, ὅτι εἶναι δῆθεν «πραεῖς καί ἡσύχιοι» καί ὅτι δέν χάνουν τήν εἰρηνικήν των διάθεσιν, ἀφοῦ «ἔχει ὁ Θεός». Μάλιστα, ὑπάρχουν καί ὡρισμένοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τόν ἐπιβεβλημένον ἔλεγχον ὡς κατηγορίαν, κατάκρισιν, κλπ. Ὅταν ὅμως κάποιος τολμήσῃ νά θίξῃ τήν προβοσκίδα τοῦ ἐγωϊσμοῦ των, τότε ἀστραπιαίως ἐξαφανίζονται καί οἱ πραότητες καί οἱ κροῦστες τῆς ἀταραξίας καί ἐν τῷ ἅμα μεταβάλλονται ὡς «ταῦροι ἐν ὑαλοπωλείῳ». Ὅταν θίγεται ὁ ἐγωϊσμός των καί ἰδίως τό οἰκονομικόν των συμφέρον, ἐκεῖ βεβαίως «δέν ἔχει λόγον ὁ Θεός». Ἐκεῖ ἠχοῦν οἱ σάλπιγγες πρός «κατά μέτωπον ἐπίθεσιν». Ἀλλά καί μόνον ἡ στάσις των αὐτή ξεσκεπάζει καί ἀποκαλύπτει τό ρηχόν τῆς πνευματικότητός των, τήν εὐσεβιστικήν ἐπικάλυψιν τῆς ἀκατεργάστου ψυχῆς των καί τό ἀλλοπρόσαλλον τῆς συμπεριφορᾶς των. Δυστυχῶς, θά πρέπῃ νά παραδεχθοῦμε εἰς τό σημεῖον αὐτό, ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ συμπεριφορά ἔχει κάμει μέγα κακόν εἰς τόν Ὀρθόδοξον χριστιανικόν κόσμον καί ἔχει παγιώσει «σταλακτῖτες καί σταλαγμῖτες», πού δυσκόλως καθαρίζονται ἀπό τήν «ἐκκλησιαστικοευσεβιστικήν» νοοτροπίαν.
Αὐτό τό «ἔχει ὁ Θεός», ἐνῷ εἶναι ἔκφρασις πίστεως ἀγωνιστικῆς καί ἀπαύγασμα ἀμεταθέτου ἐλπίδος, κατώρθωσε ὁ Διάβολος, διά τῶν ἀφελῶν καί δειλῶν πιστῶν, νά τό σερβίρῃ ὡς παγίδα καί νά τό περάσῃ ὡς τρόπον ζωῆς, μετατρέποντάς το εἰς πυροσβεστῆρα κατά τοῦ ἁγνοῦ ζήλου καί τῆς λογικῆς.
Αὐτήν ἀκριβῶς τήν νόθον καί πνευματικῶς μετηλλαγμένην νοοτροπίαν ἐκφράζει ὁ δυναμικός Προφητικός λόγος τοῦ Ἀμώς. Ὁ Προφήτης Ἀμώς ἀντιμετώπισε αὐτήν τήν νόθον κατάστασιν, αὐτό τό κλῖμα τοῦ ψεύδους, ἀφοῦ ἔζησεν εἰς ἐποχήν φοβεράν καί δύσκολην διά τό Βασίλειον τοῦ ᾽Ισραήλ. Πλήν τῶν ἄλλων δεινῶν, τό ἔθνος του εἶχε διαιρεθῆ εἰς δύο Βασίλεια. Εἰς τό Βασίλειον τοῦ Νότου, τοῦ Ἰούδα, μέ πρωτεύουσαν τά Ἱεροσόλυμα, καί εἰς αὐτό τοῦ Βορρᾶ, τοῦ Ἰσραήλ, μέ πρωτεύουσαν τήν Σαμάρειαν. Βασιλεύς τοῦ Ἰούδα ἦτο ὁ Ὀζίας καί τοῦ Ἰσραήλ ὁ Ἱεροβοάμ Β´ (794-754 π.Χ.).
Τήν ἐποχήν ἐκείνην συνέβαιναν φοβερές ἀδικίες καί ἀνομολόγητα αἴσχη. Ἠ ἀσέβεια καί τό κακόν εἶχαν φθάσει εἰς τό ἀποκορύφωμα. Ὁ λαός μιμούμενος τούς κακούς του ἄρχοντας καί τούς μεγιστάνας, ἀντέγραφε τήν συμπεριφοράν των αὐτήν, ἡ ὁποία κατατάσσει τό πλάσμα τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπον, εἰς τό ζωϊκόν βασίλειον… Οἱ δέ καθ᾽ ὕλην ἁρμόδιοι, ἀντί νά ἐλέγξουν τήν ὅλην κατάστασιν καί νά ἐπαναφέρουν τό σκάφος τῆς κοινωνίας εἰς τήν σωστήν του πλεῦσιν, νά κηρύξουν δηλαδή μετάνοιαν καί νά ἐλέγξουν τό κακόν καί τήν ἀνομίαν, ἀπελάμβαναν τήν ἡσυχίαν των μέ ὅλα βεβαίως τά προνόμια πού προέβλεπε ὁ Νόμος τοῦ Μωϋσέως.
Ποῦ φωνή διαμαρτυρίας; Ποῦ κήρυγμα ἀφυπνιστικόν; Ποῦ ἔλεγχος ἐπιβεβλημένος καί λόγος ἐποικοδομητικός; Ὅλοι ἀπελάμβαναν τήν ἡσυχίαν των. Μίαν ἡσυχίαν ὅμως παράδοξον, ὡσάν τήν ἡσυχίαν πού ἐπικρατεῖ πρίν ξεσπάσῃ τό ἠφαίστειον καί ἡ πυρίνη λάβα του κατακαύσῃ τά πάντα. Ἔτσι τώρα καί εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ λιποψυχία, ἡ ἀναισθησία, ἡ ἀδιαφορία, κλπ., ἦσαν ὁ προάγγελος τῆς ὀργῆς πού θά ἤρχετο. Δέν θά ἔμενε τίποτε ὄρθιον. Ἀλλοίμονον εἰς ὅσους ἐνεργοῦν παρανόμως καί εἰς ὅσους ἀναισθήτως καί παχυδερμικῶς ἀνέχονται τήν κακίαν, τό ἄδικον καί τήν παρανομίαν, ἔστω καί ἄν οἱ ἴδιοι «ἀπέχουν» ἀπό τά τεκταινόμενα.
Μέσα λοιπόν εἰς τό κλῖμα αὐτό τῆς ψευδοῦς ἀταραξίας, τῆς πνευματικῆς καί κοινωνικῆς ἀρτηριοσκληρύνσεως, ξεσπᾷ ὡς κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ ὁ Προφητικός κεραυνός. Τάδε λέγει Κύριος: «Ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ». Πολλές θά εἶναι οἱ τιμωρίες. Θά ἔρχωνται ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, θά ἔρχωνται ἐπάνω μας. Διαρκῶς θά ἀκούωνται «οὐαί». «Λέων ἐρεύξεται, καί τίς οὐ φοβηθήσεται;» (Ἀμώς γ´, 8).
Ὁ Προφήτης Ἀμώς, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα σημαίνει «φορτίον» καί ὑπαινίσσεται μᾶλλον ὅτι ὁ λόγος του εἶχε βαρύτητα καί τό κήρυγμά του ἦτο «τό φορτίον τοῦ Κυρίου», κηρύσσει εἰς αὐτούς πού ἀμερίμνως καί μέσα εἰς τό πνεῦμα τῆς ραθυμίας ἀνέμεναν τήν «ἡμέραν Κυρίου». Τήν ἡμέραν δηλαδή κατά τήν ὁποίαν θά ἔλθῃ ὁ Κύριος αὐτεπαγγέλτως διά νά δώσῃ λύσεις εἰς τά προβλήματα πού οἱ ἴδιοι γίνονται αἰτία νά δημιουργοῦνται καί νά ἐπισωρεύωνται.
Οἱ Ἰσραηλῖται ἀνέμεναν τήν «ἡμέραν Κυρίου» ὡς ἡμέραν δόξης διά τό ἔθνος των καί ἐλαχταροῦσαν μέ μίαν ἰδιαιτέραν ὑπερηφάνειαν τό πότε αὐτή θά ἔλθῃ. Ὅπως δέ βλέπομε καί εἰς ἄλλας περιπτώσεις τοῦ περιουσίου λαοῦ, οἱ ψευδοπροφῆται ὑπεδαύλιζαν αὐτές τίς ἐθνικιστικές τάσεις καί δοξασίες, θωπεύοντας τόν ἀποστάτην λαόν καί προσφέροντας ταπεινήν ἐκδούλευσιν εἰς τούς πολιτικούς καί θρησκευτικούς ἄρχοντας (πάντοτε βεβαίως μέ τό ἀζημίωτον).
Ὅμως ὁ γνήσιος Προφήτης καί ἀκέραιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἀμώς, θρυμματίζει αὐτήν τήν ψεύτικην ἐλπίδα καί διασαλπίζει εἰς τόν ἄνομον λαόν, ὅτι ἡ «ἡμέρα Κυρίου» δέν θά εἶναι ὅπως αὐτοί τήν νομίζουν, ἀλλά θά εἶναι ἡμέρα τιμωρίας, συμφορᾶς καί φρίκης διά τίς τόσες καί τόσες ἀνομίες καί ἁμαρτίες. Μέ μίαν πολύ ἔντονην καί δυνατήν εἰκόνα παρουσιάζει τήν κατάστασιν καί φανερώνει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά ξεφύγῃ κανείς ἀπό τήν τιμωρίαν πού ὁ ἴδιος, διά τῶν λόγων καί ἔργων του, παρασκευάζει διά τόν ἑαυτόν του. Ἀκόμη καί ἡ ἰδία ἡ οἰκία παύει νά ἀποτελῇ ἄσυλον καί ἀσφαλές καταφύγιον διά τόν οἰκοδεσπότην.
Λέγει ὁ Προφήτης: «Ἀλλοίμονον εἰς τούς θρασεῖς καί αὐθάδεις ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιλέγουν εἰς τάς προρρήσεις τῶν προφητῶν καί ζητοῦν καί ἐπιθυμοῦν νά ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου! Ἀλλά, τί νομίζετε ὅτι θά σημαίνῃ δι᾽ ἐσᾶς ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου! Θά σημαίνῃ σκοτάδι καί ὄχι φῶς. Ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν καί φοβερῶν δεινῶν, τά ὁποῖα κατά τήν ἡμέραν ἐκείνην θά ἔλθουν, ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου θά εἶναι ἡμέρα χωρίς δυνατότητα σωτηρίας. Θά εἶσθε ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού μόλις ἐξέφυγε ἀπό τούς ὀδόντας τοῦ πεινασμένου λέοντος, ἔπεσε ἐπάνω εἰς τήν ἀρκούδα. Καί μόλις κατώρθωσε νά σωθῇ ἀπό τήν ἀρκούδα καί ἐπῆγε εἰς τήν οἰκίαν του, ἐνῷ ἀκουμβᾶ βιαστικά τό χέρι του εἰς τόν τοῖχον, φίδι φαρμακερόν ἐπετάχθηκε καί τόν ἐδάγκωσε. Δέν εἶναι λοιπόν σκοτάδι ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου καί ὄχι φῶς; Σκοτάδι βαθύ, δίχως τήν ἐλαχίστην ἀκτῖνα φωτός, ἡ ἡμέρα αὐτή; Αὐτά τά φοβερά προφητεύει καί κηρύσσει ὁ Προφήτης Ἀμώς δι᾽ αὐτούς πού δέν ἀγωνίζονται ὅπως πρέπῃ καί περιμένουν τήν ἡμέραν Κυρίου» (Ἀμώς ε´, 18-20).
Τί νά προσθέσωμε τώρα; Ὅτι μελετῶντας κάποιος τόν ἀσυμβίβαστον μέ τήν ἀνομίαν Ἀμώς, ὁ ὁποῖος ἔδρασε ὀκτώ αἰῶνας πρό Χριστοῦ, αἰσθάνεται ὅτι ὁ Προφήτης ζεῖ εἰς τάς ἡμέρας μας καί κινεῖται ἀνάμεσά μας; Οἱ ἄνθρωποι, παρά τάς χρονικάς ἀποστάσεις τῶν αἰώνων καί τάς χιλιετίας πού χάνονται εἰς τά βάθη τοῦ πανδαμάτορος χρόνου, παραμένουν ἐπί τῆς οὐσίας οἱ ἴδιοι, ἰδίως εἰς τέτοια ζητήματα. Ἐάν ἀφαιρεθῇ ἀπό τόν ἄνθρωπον ἡ διάστασις τοῦ χρόνου, νομίζει κανείς πώς ὅλες οἱ γενεές κινοῦνται εἰς τό ἴδιον ἱστορικόν πλαίσιον εἰς παγκόσμιον ἐπίπεδον. Ἡ ἱστορία ἀντιγράφει καί σήμερον τάς σελίδας της, ὄχι ἁπλῶς δραματικῶς, ἀλλά τραγικῶς, ἀφοῦ ἀκόμη καί μεγάλο ποσοστόν ἐξ ὅσων ὁμολογοῦν ὅτι ἀποδέχονται τήν πίστιν εἰς τόν Χριστόν, δέν θέλουν νά παραδειγματίζωνται ἀπό τάς τραγικάς παραμέτρους τῆς κοινωνικῆς πορείας.
Τό ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ὅτι, παρά τά ἐξωτερικά σχήματα καί τά διάφορα «πνευματικά μορφώματα», δέν φαίνεται νά ὑπάρχῃ ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν διάθεσις εἰς τό νά ἐπιτρέψουν εἰς τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ νά τούς ὁδηγήσῃ εἰς τήν ὁδόν τοῦ ἐξαγιασμοῦ. Δέν δέχονται τήν ἀνακαίνισιν τοῦ νοός, τήν κάθαρσιν τῆς καρδίας καί γενικῶς τήν πορείαν πρός τήν θέωσιν. Ἀπουσιάζει ἡ γνησία, ἡ ἔμπρακτος μετάνοια καί φυσικά τό θάρρος τῆς ὁμολογίας καί τό πνεῦμα τοῦ ἐλέγχου ὅλων τῶν κακῶς κειμένων, κάτι δηλαδή τό ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον διά τόν ἄνθρωπον καί τό κοινωνικόν σύνολον. Ἀλλά καί οἱ ἐξουσίες πού δι᾽ αὐτόν τόν σκοπόν ὑφίστανται καί βεβαίως αὐτή ἡ Ἑκκλησιαστική, ἡ ὁποία δέν εἶναι μία ἁπλῆ ἐξουσία ὅπως οἱ ἄλλες μέ τούς πυλῶνας των, πού συγκροτοῦν μίαν δῆθεν εὐνομουμένην εἰς τήν πραγματικότητα ὅμως μίαν ἀνάπηρον καί ἐξαθλιωμένην πολιτείαν, ἀδιαφοροῦν, σιωποῦν καί ἐθελοτυφλοῦν ἐμπρός εἰς τό πολύμορφον κακόν πού ὡς μολυσματική νόσος ἔχει ἁπλωθῆ παντοῦ. Ὄχι μόνον δέν ἐλέγχουν, δέν ἀντιδροῦν, δέν διαμαρτύρονται κατά τοῦ κακοῦ καί τῆς ἀνομίας ἀλλά ἰσχύει τό »εἰσέλθετε κῦνες καί ἀλήθετε…».
Ἔτσι τό ἀποτέλεσμα εἶναι, εἴτε νά ὑπάρχῃ πλήρης ἀδιαφορία, εἴτε μέσα εἰς τό πνεῦμα τῆς ἀδρανείας πού μαστίζει τό σύνολον τῶν πιστῶν, «μοιρολατρικῶς» ὅλα νά ἀναμένωνται «ἄνωθεν». Ἄς προσέξωμε τά προφητικά κηρύγματα, ἀλλά καί τίς ἱστορικές ἐξελίξεις…
Ὑπάρχουν δυστυχῶς καί κάποιοι Πνευματικοί, πού θέτουν ἐπιτίμιον εἰς τήν ἀνησυχίαν τῶν πιστῶν, θεωροῦντες τόν ἐπιβεβλημένον ἔλεγχον, τήν διαμαρτυρίαν, τήν ὁμολογίαν… ὡς κατακρίσεις, κατηγορίες, κλπ.
Καί εἶναι ἀνάγκη νά προστεθῇ, ὅτι ἡ νοοτροπία αὐτή, ὅτι δηλαδή «ὅλα θά τά τακτοποιήσῃ ὁ Θεός» καί ἐμεῖς ἄς μήν κινοῦμε οὔτε τό δακτυλάκι μας, τελικῶς καταντᾷ βλασφημία ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μέ ἀποτέλεσμα νά λειτουργοῦν οἱ πνευματικοί νόμοι καί τελικῶς τά πράγματα νά ἔρχωνται καί νά ἔλθουν ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι φαντάζονται οἱ «ἄκαπνοι» πιστοί καί μαζί των ὅσοι τό «εὐλογητός ὁ Κύριος» τό ἔχουν ἀναποσπάστως συνδεδεμένον μέ τό «καί πεπλουτήκαμεν» (Ζαχ. ια´, 5).
Ἐπίσης, σῆμα κατατεθέν τῶν καιρῶν ἀποτελεῖ τό ὅτι εἰς πολλούς ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους, ἀντί νά κηρύσσεται πνεῦμα μετανοίας καί ὁμολογίας, καλλιεργοῦνται φροῦδες ἐλπίδες μέ ἀποτέλεσμα νά ἀλλοιώνεται αὐτή ἡ ἰδία ἡ οὐσία τῆς πίστεως εἰς πολλά καίρια σημεῖα της καί μάλιστα εἰς τό εὐαίσθητον κεφάλαιον τῆς ἐσχατολογίας μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται διά τήν πνευματικήν καί ὄχι μόνον ζωήν.
Ἔτσι λοιπόν φθάνει κανείς εἰς τάς ἡμέρας μας, ἀκριβῶς λόγῳ αὐτῶν τῶν παραδόξων ἀντιλήψεων, νά ἀκούῃ ἐσχατολογικές ἀπόψεις πού παραπέμπουν ἀκόμη καί εἰς Χιλιαστικοῦ τύπου ἐσχατολογικές καί πεπλανημένες δοξασίες… Δέν χρειάζεται νά ψάξῃ κάποιος πολύ διά νά ἀνακαλύψῃ τέτοιες περιπτώσεις, πού ξεκινοῦν ἀπό δῆθεν προρρήσεις Γερόντων καί ἕωλες προφητεῖες πού ἐκτρέφουν ἀλλοπρόσαλλες «πνευματικές» καταστάσεις. Δυστυχῶς, ἕνας νόθος ἐνθουσιασμός μέ ἕνα ἐπίχρισμα «πνευματικότητος», ὁ ὁποῖος δέν ἑδράζεται εἰς τήν Πατερικήν Παράδοσιν, ὁδηγεῖ εἰς τήν ὀλισθηράν ὁδόν τῆς πλάνης μέ ὀλέθρια ἀποτελέσματα.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος μᾶς λέγει: «Ἀγαπητοί, μή παντί πνεύματι πιστεύετε, ἀλλά δοκιμάζετε τά πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστίν, ὅτι πολλοί ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τόν κόσμον» (Α´ Ἰωάν. δ´, 1-2). Βεβαίως, ἡ ἐντολή αὐτή τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου ἰσχύει διά κάθε ἐποχήν, ἀλλά κυρίως διά τάς ἡμέρας μας, καθ᾽ ὅ,τι πολλοί ψευδοπροφῆται, πλανοερμηνευταί ἁγίων Γερόντων, κλπ., κυκλοφοροῦν καί μάλιστα ὡρισμένοι μέ τό κάλυμμα τῆς αὐθεντίας καί μέ τό ὄνομα τοῦ «Γέροντος». Ἑπομένως, ὁ κάθε ἕνας πού ὁμιλεῖ δέν εἶναι καί Προφήτης. Δηλαδή, δέν ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἄρα ὁ λόγος του δέν εἶναι ἀληθινός. Καί εἰς τό σημεῖον αὐτό, ἀνέκαθεν τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἦτο ἰδιαιτέρως προσεκτικόν. Μέ τάς προϋποθέσεις τῆς γνησιότητος καί τοῦ φωτισμοῦ, θά πρέπῃ νά γίνεται ἀποδεκτός ὁ λόγος καί τό κήρυγμα, ὡς λόγος ἀληθείας.
Εἰς τήν ἐποχήν μας, ἡ ἁμαρτία ἔχει πιά κατακλύσει τά πάντα: Αἱμομεῖκτες, παιδεραστές, ὁμοφυλόφιλοι, πόρνοι, μοιχοί, ἐγκληματίες, δολοφόνοι, ἔμποροι ναρκωτικῶν… Ἐμπορία καί μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων ἀπό «ἐγκεφαλικά νεκρούς», δηλαδή ἀπό ζῶντες, ἄπειρες φόνισσες μητέρες τῶν τέκνων των διά τῶν ἀμβλώσεων… Ἡ κοινωνία τῆς διαφθορᾶς καί τῆς παρανομίας. Ἄνθρωποι χωρίς πρότυπα καί ἰδανικά.
Τόν ἄνθρωπον, λέγει ὁ Ἀριστοτέλης, τόν ξεχωρίζουν ἀπό τό ζῶον, δύο πράγματα, «ὁ γέλως καί ἡ αἰδώς», δηλαδή τό γέλιον καί ἡ ἐντροπή. Τό ζῶον δέν γελάει ποτέ καί δέν ἐντρέπεται διά τίποτε. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, πού δέν γελάει ποτέ, ρέπει πρός τήν ψυχοπάθειαν, ὅπως ἐπίσης καί αὐτοί πού γελοῦν χωρίς λόγον… Καί ἐκεῖνος πού δέν ἐντρέπεται διά τίποτε, ρέπει πρός τήν ἀποκτήνωσιν. Ἔτσι καί ἐμεῖς ἔχομε καταντήσει μία κοινωνία πού ἀπαρτίζεται ἀπό ἀλλόκοτα μασκαρεμένα πρόσωπα καί σώματα ἀνθρώπων δίχως ἐντροπήν, μέ συμπεριφορές ψυχοπαθητικές, μέ δυσεύρετα τά ὑγιῆ χαμόγελα καί ἄν κάπου-κάπου κανείς ἀντικρύσῃ κάποιο χαμόγελο, θά εἶναι νευρικό ἤ δίχως αἰτία χαμόγελο-γέλιο, δηλαδή ἄρρωστο. Ἄπειροι ἄνθρωποι συνοφρυωμένοι, μελαγχολικοί, καταθλιπτικοί… Ἀκόμη καί ἀρκετά μικρά παιδάκια – τά καημένα δίχως ἁγνότητα – ἀγριεμένα, ἐνίοτε προχωρημένα πρίν τήν ὥραν των εἰς ὅλους τούς τομεῖς. Εἶναι τά ἄδικα πρώϊμα »χαϊβάνια»…
«Στρατεύματα κατοχῆς», ἐθνοκτονία, ἀφελληνισμός, ἀποδόμησις τῆς παιδείας, τῶν παραδόσεων, τῆς ἱστορίας, τῆς γλώσσης, οἰκογενειοκτονία, κοινωνική ἐξαθλίωσις, οἰκονομική ἐξαθλίωσις, καί ἀντί ὀφειλομένων ἀποζημιώσεων, ἐπιβάλλονται φόροι ἐπί φόρων… Τά ὄνειρα διά μίαν καλυτέραν ζωήν ἀπαγορεύονται αὐστηρῶς. Νόμοι ἀντιρατσιστικοί, ἕνεκεν δῆθεν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἐξαιρουμένων ὅμως τῶν ἑλληνορθοδόξων δικαιωμάτων… Θεατές ἐσταυρωμένων, ἀποκεφαλισμένων κλπ. συνανθρώπων μας, Χριστιανῶν καί μή. Ἀθλιότης! Προώθησις λαθρομεταναστῶν καί δή τοῦ Ἰσλάμ εἰς τήν Ἑλλάδα.
Καί μέσα εἰς ὅλα αὐτά, κάποιοι ὀνειρεύονται τήν Πόλιν. Οἱ Τζιχαντιστές ὁραματίζονται τήν Δύσιν καί κάποιοι Ἕλληνες τήν… Πόλιν. Διδασκαλία τοῦ ἀντιχρίστου Ἰσλάμ μέσα εἰς τά Ὀρθόδοξα θεολογικά σπουδαστήρια, ἀνέγερσις τζαμιῶν, ναργιλέδες καί μύρια ἄλλα. Ὅλα αὐτά αὐξάνονται καί πληθύνονται καί κατακυριεύουν, ἐπειδή προστατεύονται, προωθοῦνται καί νομιμοποιοῦνται διά ἀνθελληνικῶν καί ἀντιχρίστων νόμων, ἄνευ διαματυρίας, ἐλέγχου, ὑπερασπίσεως τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος…
Ὁ μεγάλος, ὁ πιό φοβερός ἐχθρός εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός, ἡ παναίρεσις τῶν αἰώνων, τό σύνολο τῶν αἱρέσεων πού σκοπόν ἔχει νά ἀλλοιώσῃ καί τελικῶς νά ἐξαφανίσῃ τήν Ὀρθοδοξίαν. Ὁ Οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος ἀποσκοπεῖ εἰς τήν πνευματικήν μας σταύρωσιν καί εἰς τόν πνευματικόν μας ἀποκεφαλισμόν, καί ὄχι μόνον. Πληγή δέ μεγάλη εἶναι ὁ Σιγονταρο-οικουμενισμός, δηλαδή τό »Ὀρθόδοξον Οἰκουμενιστικόν Χαλιφᾶτον», μέ τούς «Ὀρθοδόξους Τζιχαντιστάς», τοὐτέστιν τούς Ὀρθοδόξους Οἰκουμενιστάς.
Καί τό ἀποκορύφωμα εἶναι ἡ ἄκρως ἐπικίνδυνη αἵρεσις καί πλάνη, ὁ Παπισμός. Ὁ Παπισμός πού ἐμμένει ἀμετανόητος εἰς τάς αἱρετικάς πλάνας του καί μέ «Βατικανίζουσαν» πολιτικήν καί διπλωματίαν προβάλλει καί χρησιμοποιεῖ ὡς »Δουρείους Ἵππους» τίς παγίδες πού εἶναι ὁ δῆθεν «θεολογικός διάλογος», ὁ διάλογος τῆς «ἀγάπης», ἡ οἰκουμενική κίνησις διά τήν «ἕνωσιν» τῶν «ἐκκλησιῶν», κλπ.
Καί μετά ἀπό ὅλα αὐτά, ἀκούγεται ἡ ἐπωδός: » Ἔχει ὁ Θεός»!
Τό πνεῦμα ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων πού ἤλεγχε ὁ Θεός διά τοῦ Προφήτου Ἀμώς, τό βλέπομε καί σήμερον ὁλονέν καί περισσότερον νά ἐξαπλοῦται. Εἴμεθα μία ἀδικαιολόγητη, ἀμετανόητη καί ἀναπολόγητη γενεά.
Καί ἐνῷ θά ἀνέμενε κανείς, ὕστερα ἀπό τίς αὐστηρές προφητεῖες τοῦ Ἀμώς, ὁ λαός τοῦ Ἰσραήλ νά μετανοήσῃ, δυστυχῶς παρέμενε ἀμετανόητος. Καί ὄχι μόνον παρέμεινε ἀμετανόητος, ἀλλά καί ἠθέλησε νά ἐπιβάλλῃ σιωπήν εἰς τόν Ἀμώς καί ἐκδίωξιν. Βλέπομε λοιπόν ὁ διασυρμός καί ἡ ἐκδίωξις νά εἶναι τό τίμημα ἐκείνων πού κηρύσσουν τήν ἀλήθειαν. Ἐκείνων πού γνωρίζουν, διά τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Θεοῦ, νά βλέπουν πέραν τῶν γεγονότων καί νά διαβάζουν κάτωθεν τῶν γραμμάτων. Ὁ Προφήτης ὅμως δέν ἐσιώπησεν. Συνέχισε νά κηρύττῃ τήν Ἀλήθειαν. Εἰς τό τέλος, ἐφονεύθη ἀπό τούς ἱερεῖς διά ροπάλου, ὑπογράφοντας τό κήρυγμα τῆς Ἀληθείας μέ τήν ἰδίαν του τήν ζωήν!
Ἡ ἀλήθεια θά πρέπῃ πάντοτε νά διακηρύσσεται. Ἡ δέ Χάρις ἐπικυρώνει τήν ἀλήθειαν, δικαιώνει τούς ἀγωνιστάς καί καταισχύνει τά φερέφωνα τῆς πλάνης καί τοῦ ψεύδους. Ἄς τό συνειδητοποιήσουν ὅλοι, ὅτι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται» (Β´ Τιμόθ. β´, 9).
Δόξα τῷ Θεῷ πού ὑπάρχουν ὀλίγες μέν, ἀλλά δυνατές φωνές ἀγωνιστῶν καί ὁμολογητῶν πατέρων, τόσον ἐκτός, ὅσον καί ἐντός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπως ἐπίσης καί ὡρισμένων λαϊκῶν, θεολόγων, κλπ. Ἀλλά, πρέπει καί ἐπιβάλλεται ὅλοι μας, πρωτίστως ὁ κλῆρος, ἀλλά καί ὁ λαός, ἐν μετανοίᾳ, ἔστω καί τήν ὑστάτην στιγμήν, τώρα δηλαδή, νά ὑψώσωμε, φωνήν διαμαρτυρίας καί ὁμολογίας, πρωτίστως διά τήν Πίστιν μας. Διότι, ἄν εἴχαμε μετάνοιαν καί ἐκρατούσαμε τήν Πίστιν γερά, θά ἔστεκαν καί τά ὑπόλοιπα εἰς τήν σωστήν των βάσιν.
Ἐννοεῖται δέ, πώς ὁ ἀγών διαμαρτυρίας δι᾽ ὅλων τῶν ἐκφάνσεών του, πάντοτε θά πρέπῃ νά διεξάγεται καί νά ὁλοκληρώνεται ἐντός καί μόνον ἐντός τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.

ΧΡΙΣΤΟΥΦΑΝΤΟΣ

http://aktines.blogspot.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

«Έχει ο Θεός»: Η παγίδα του Διαβόλου

Ὑπάρχει μία σημαντική μερίς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται νά ζοῦν μέσα εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν αἰσιοδοξίας καί ὑπεραισιοδοξίας δίχως βεβαίως νά στηρίζουν τήν νοοτροπίαν των αὐτήν εἰς ὀρθήν μετάνοιαν καί ἀντικειμενικήν βάσιν.
Βεβαίως, ὅπως ὅλοι γνωρίζωμε καί παραδεχώμεθα, ἡ αἰσιοδοξία εἰς τήν σωστήν της μορφήν ἀποτελεῖ ἀρετήν καί εἶναι ἀνάγκη νά ὑπάρχῃ εἰς τόν ἄνθρωπον. Ἀλλοίμονον δέ, ἐάν ἡ αἰσιοδοξία χαθῇ ἀπό τήν ζωήν μας. Ἄλλωστε, ἕνας πιστός εἰς τόν Χριστόν ἄνθρωπος, δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἀπαισιόδοξος καί νά τόν κατακλύζουν μαῦρα σύννεφα, ζοφερές σκέψεις, ἀλλά καί φόβοι, πού σχεδόν ποτέ δέν θά ἀντιμετωπίσῃ. Ἄλλο εἶναι ὅμως αὐτό καί ἐντελῶς διαφορετικό εἶναι τό νά ζῇ κανείς εἰς τά νέφη καί νά πιστεύῃ ὅτι ὅλα τά θέματα τῆς ζοφερῆς πραγματικότητος, ἀπό μόνα των, δίχως ἀγῶνα καί μάλιστα δίχως Θεόν, θά ἔχουν αἴσιον πέρας καί θά καταλήξουν καλά, ὅπως ὁ ἴδιος νομίζει τό «πέρας» καί θεωρεῖ τό «καλόν». Αὐτήν δυστυχῶς τήν νοοτροπίαν τήν εὑρίσκει κανείς εἰς ὅλους τούς χώρους καί τήν συναντᾷ εἰς ὅλα τά ἐπίπεδα.
Ἄς ξεκινήσωμε ἀπό τόν χῶρον τῆς Ἑκκλησίας καί εἰς τήν συνέχειαν θά συναντήσωμε ἐμπρός μας αὐτήν τήν στάσιν ζωῆς καί εἰς ἄλλους τομεῖς. Εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν, χωρίς βεβαίως ἀπόλυτα στεγανά, περιλαμβάνονται ὅσοι πιστοί ἔχουν παύσει νά ἀγωνίζωνται τόν ἱερόν ἀγῶνα τῆς Πίστεως μέ τίς προδιαγραφές τῶν Ἁγίων καί κρατοῦν τήν πίστιν ἁπλῶς ἐγκεφαλικά. Γνωρίζουν βεβαίως ἀρκετά ἐκ τῆς Δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν γνῶσιν σελίδων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, διαθέτουν κατά τόν Ἀπόστολον «μόρφωσιν εὐσεβείας» (Β´ Τιμόθ. γ´, 5), ἐπί τῆς οὐσίας ὅμως ἀρνοῦνται τήν δύναμιν τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰς τήν ὁποίαν ὀφείλονται ὁ δυναμισμός καί ὁ ἀγώνας εἰς θέματα Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Ὀρθοπραξίας.
Ὅμως εἶναι ἀνάγκη νά γνωρίζωμε, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις δέν εἶναι οὔτε ἰδεολογία, οὔτε φιλοσοφία, οὔτε βεβαίως ἕνα ἁπλό συναίσθημα. Ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις καλύπτει ὁλόκληρον τήν ὕπαρξιν τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος καί καταρτίζει τόν πιστόν διά πολυμετώπους ἀγῶνας καί διά θυσίας. Δι᾽ ἀγῶνας καί διά θυσίας, πού ξεκινοῦν ἀπό τήν πάλην μέ τήν ἰδίαν τήν καρδίαν τοῦ πιστοῦ καί φθάνουν ἕως αὐτούς τούς Ἐκκλησιαστικούς ἀγῶνας. Ἐμπρός ὅμως εἰς τόν ὁλοκληρωτικόν ἀγῶνα τῆς πνευματικῆς καθάρσεως καί τῆς ἰσορροπημένης καί εὐλογημένης ἐκκλησιαστικῆς παρουσίας καί μαρτυρίας, πού ἐκφράζεται διά τῶν λόγων καί διά τῶν ἔργων τῶν πιστῶν, ἐμπρός εἰς αὐτόν τόν κόπον καί τάς θυσίας, ὁ μή συνειδητοποιημένος Χριστιανός προτιμᾶ τήν «κάλυψιν», τήν »ἀπόκρυψιν» καί τήν «παραλλαγήν». Ἔτσι, τόν λόγον λαμβάνουν τά «προπετάσματα καπνοῦ», πού μεταφράζονται ἐπί τῆς θεωρίας καί κυρίως τῆς «πράξεως», ὡς «ἔχει ὁ Θεός», «ἐμεῖς εἶναι ἀδύνατον νά κάνωμε κάτι», «θά μιλήσῃ ὁ Θεός» καί ἐπίσης τό ἐντελῶς ἐξοργιστικόν «οἱ ἐποχές εἶναι πάντοτε οἱ ἴδιες καί αὐτά συνέβαιναν πάντοτε», κλπ.
Τό νά ἀκούωνται τά λόγια αὐτά ἀπό τούς ἀγωνιζομένους πιστούς, ἀφοῦ πρῶτα ἔχουν κάμει «ὅ,τι περνᾶ ἀπό τό χέρι των», δηλαδή τό καθῆκον των, αὐτό ἀποτελεῖ ὄντως ἀπαύγασμα Πίστεως ζωντανῆς καί ἐπιφέρει εἰρήνην καί ἀνάπαυσιν εἰς τήν καρδίαν, συμφώνως πρός τό «ἡσυχάσαμεν εἰπόντες· τό θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω» (Πράξ. Ἀπ. κα´, 14). Ἀλλά τό νά ἀκούωνται οἱ παραπάνω φράσεις ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶναι παντελῶς ἄγευστοι ἀγώνων πρός προσωπικήν πνευματικήν κάθαρσιν, πρός διόρθωσιν κοινωνικήν καί ἐλευθερίαν ἐκκλησιαστικήν, τοῦτο ὄχι μόνον προξενεῖ σκάνδαλον καί ἀθυμίαν εἰς τούς πιστούς, ἀλλά φανερώνει ἀσυνέπειαν χριστιανικῆς ζωῆς, δειλίαν, καιροσκοπισμόν καί εἰς κάποιες τῶν περιπτώσεων, ἀποκαλύπτει τακτικήν »Δουρείου Ἵππου».
Ὅπως γίνεται κατανοητόν, πρόκειται περί τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταστήσει τούς ἑαυτούς των καί μαζί των ὅσους τούς ἀκολουθοῦν, ἐντελῶς ἀνικάνους εἰς τό νά ἐκφέρουν φωνήν ἔστω καί ἁπλῆς διαμαρτυρίας. Ποῦ νά κάμῃ κανείς εἰς αὐτούς λόγον περί θεμάτων Πίστεως καί ζωῆς πού ἀπαιτοῦν θυσίας; Εἰς τήν σκέψιν ὅτι ἐνδεχομένως καί διά τῆς ἐλαχίστης διαμαρτυρίας, ὄχι θά χαθῇ, ἀλλά ἁπλῶς θά σεισθῇ ὁ θῶκος των, τρέμουν ὡς «κάλαμοι ὑπό ἀνέμων σαλευόμενοι». Ἀντί δέ νά ἐπαναστατήσουν κατά τοῦ κακοῦ καί ἐναντίον ὅσων ἐκ πεποιθήσεως καί συστηματικῶς ἐργάζονται εἰς αὐτό, θυμώνουν, ἐξοργίζονται καί προσπαθοῦν νά ταπεινώσουν ὅσους ἔχουν καί δείχνουν διάθεσιν ἡρωϊκήν καί χριστιανικήν. Καί αὐτά μέν δι᾽ ὅσους κατέχουν κάποιαν θέσιν καί ἀποδεικνύονται «καρεκλοκένταυροι», εἴτε εἰς τόν πολιτικόν, εἴτε εἰς κάποιον ἄλλον, εἴτε κυρίως εἰς τόν ἐκκλησιαστικόν τομέα.
Διά δέ τούς ἁπλούς πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πνιγεῖ ἀπό τήν μούχλαν τοῦ φόβου καί ἔχουν βραχυκυκλωθῆ ἕνεκεν ἀρρωστημένης πνευματικότητος, ὅταν ἡ Πίστις εἶναι τό κινδυνευόμενον, αὐτοί τί κάμνουν; Συγχύζονται, τά χάνουν καί κλονίζονται «ὡς φύλλα ἐξ ἀμπέλου καί ὡς πίπτει φύλλα ἀπό συκῆς» (Ἡσ. λδ´, 4). Δηλαδή, ὅπως πίπτουν τά μαραμένα φύλλα ἀπό τήν ἄμπελον καί ὅπως πίπτουν τά φύλλα ἀπό τήν συκήν. Παρουσιάζουν θέαμα ἀξιοθρήνητον εἰς τήν σκέψιν καί μόνον, ὅτι ἴσως χρειασθῇ νά θέσουν τήν ὑπογραφήν των κάτωθεν ἑνός ἁπλοῦ κειμένου διαμαρτυρίας. Βαυκαλίζουν ἑαυτούς καί ἀλλήλους, ὅτι εἶναι δῆθεν «πραεῖς καί ἡσύχιοι» καί ὅτι δέν χάνουν τήν εἰρηνικήν των διάθεσιν, ἀφοῦ «ἔχει ὁ Θεός». Μάλιστα, ὑπάρχουν καί ὡρισμένοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τόν ἐπιβεβλημένον ἔλεγχον ὡς κατηγορίαν, κατάκρισιν, κλπ. Ὅταν ὅμως κάποιος τολμήσῃ νά θίξῃ τήν προβοσκίδα τοῦ ἐγωϊσμοῦ των, τότε ἀστραπιαίως ἐξαφανίζονται καί οἱ πραότητες καί οἱ κροῦστες τῆς ἀταραξίας καί ἐν τῷ ἅμα μεταβάλλονται ὡς «ταῦροι ἐν ὑαλοπωλείῳ». Ὅταν θίγεται ὁ ἐγωϊσμός των καί ἰδίως τό οἰκονομικόν των συμφέρον, ἐκεῖ βεβαίως «δέν ἔχει λόγον ὁ Θεός». Ἐκεῖ ἠχοῦν οἱ σάλπιγγες πρός «κατά μέτωπον ἐπίθεσιν». Ἀλλά καί μόνον ἡ στάσις των αὐτή ξεσκεπάζει καί ἀποκαλύπτει τό ρηχόν τῆς πνευματικότητός των, τήν εὐσεβιστικήν ἐπικάλυψιν τῆς ἀκατεργάστου ψυχῆς των καί τό ἀλλοπρόσαλλον τῆς συμπεριφορᾶς των. Δυστυχῶς, θά πρέπῃ νά παραδεχθοῦμε εἰς τό σημεῖον αὐτό, ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ συμπεριφορά ἔχει κάμει μέγα κακόν εἰς τόν Ὀρθόδοξον χριστιανικόν κόσμον καί ἔχει παγιώσει «σταλακτῖτες καί σταλαγμῖτες», πού δυσκόλως καθαρίζονται ἀπό τήν «ἐκκλησιαστικοευσεβιστικήν» νοοτροπίαν.
Αὐτό τό «ἔχει ὁ Θεός», ἐνῷ εἶναι ἔκφρασις πίστεως ἀγωνιστικῆς καί ἀπαύγασμα ἀμεταθέτου ἐλπίδος, κατώρθωσε ὁ Διάβολος, διά τῶν ἀφελῶν καί δειλῶν πιστῶν, νά τό σερβίρῃ ὡς παγίδα καί νά τό περάσῃ ὡς τρόπον ζωῆς, μετατρέποντάς το εἰς πυροσβεστῆρα κατά τοῦ ἁγνοῦ ζήλου καί τῆς λογικῆς.
Αὐτήν ἀκριβῶς τήν νόθον καί πνευματικῶς μετηλλαγμένην νοοτροπίαν ἐκφράζει ὁ δυναμικός Προφητικός λόγος τοῦ Ἀμώς. Ὁ Προφήτης Ἀμώς ἀντιμετώπισε αὐτήν τήν νόθον κατάστασιν, αὐτό τό κλῖμα τοῦ ψεύδους, ἀφοῦ ἔζησεν εἰς ἐποχήν φοβεράν καί δύσκολην διά τό Βασίλειον τοῦ ᾽Ισραήλ. Πλήν τῶν ἄλλων δεινῶν, τό ἔθνος του εἶχε διαιρεθῆ εἰς δύο Βασίλεια. Εἰς τό Βασίλειον τοῦ Νότου, τοῦ Ἰούδα, μέ πρωτεύουσαν τά Ἱεροσόλυμα, καί εἰς αὐτό τοῦ Βορρᾶ, τοῦ Ἰσραήλ, μέ πρωτεύουσαν τήν Σαμάρειαν. Βασιλεύς τοῦ Ἰούδα ἦτο ὁ Ὀζίας καί τοῦ Ἰσραήλ ὁ Ἱεροβοάμ Β´ (794-754 π.Χ.).
Τήν ἐποχήν ἐκείνην συνέβαιναν φοβερές ἀδικίες καί ἀνομολόγητα αἴσχη. Ἠ ἀσέβεια καί τό κακόν εἶχαν φθάσει εἰς τό ἀποκορύφωμα. Ὁ λαός μιμούμενος τούς κακούς του ἄρχοντας καί τούς μεγιστάνας, ἀντέγραφε τήν συμπεριφοράν των αὐτήν, ἡ ὁποία κατατάσσει τό πλάσμα τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπον, εἰς τό ζωϊκόν βασίλειον… Οἱ δέ καθ᾽ ὕλην ἁρμόδιοι, ἀντί νά ἐλέγξουν τήν ὅλην κατάστασιν καί νά ἐπαναφέρουν τό σκάφος τῆς κοινωνίας εἰς τήν σωστήν του πλεῦσιν, νά κηρύξουν δηλαδή μετάνοιαν καί νά ἐλέγξουν τό κακόν καί τήν ἀνομίαν, ἀπελάμβαναν τήν ἡσυχίαν των μέ ὅλα βεβαίως τά προνόμια πού προέβλεπε ὁ Νόμος τοῦ Μωϋσέως.
Ποῦ φωνή διαμαρτυρίας; Ποῦ κήρυγμα ἀφυπνιστικόν; Ποῦ ἔλεγχος ἐπιβεβλημένος καί λόγος ἐποικοδομητικός; Ὅλοι ἀπελάμβαναν τήν ἡσυχίαν των. Μίαν ἡσυχίαν ὅμως παράδοξον, ὡσάν τήν ἡσυχίαν πού ἐπικρατεῖ πρίν ξεσπάσῃ τό ἠφαίστειον καί ἡ πυρίνη λάβα του κατακαύσῃ τά πάντα. Ἔτσι τώρα καί εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ λιποψυχία, ἡ ἀναισθησία, ἡ ἀδιαφορία, κλπ., ἦσαν ὁ προάγγελος τῆς ὀργῆς πού θά ἤρχετο. Δέν θά ἔμενε τίποτε ὄρθιον. Ἀλλοίμονον εἰς ὅσους ἐνεργοῦν παρανόμως καί εἰς ὅσους ἀναισθήτως καί παχυδερμικῶς ἀνέχονται τήν κακίαν, τό ἄδικον καί τήν παρανομίαν, ἔστω καί ἄν οἱ ἴδιοι «ἀπέχουν» ἀπό τά τεκταινόμενα.
Μέσα λοιπόν εἰς τό κλῖμα αὐτό τῆς ψευδοῦς ἀταραξίας, τῆς πνευματικῆς καί κοινωνικῆς ἀρτηριοσκληρύνσεως, ξεσπᾷ ὡς κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ ὁ Προφητικός κεραυνός. Τάδε λέγει Κύριος: «Ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ». Πολλές θά εἶναι οἱ τιμωρίες. Θά ἔρχωνται ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, θά ἔρχωνται ἐπάνω μας. Διαρκῶς θά ἀκούωνται «οὐαί». «Λέων ἐρεύξεται, καί τίς οὐ φοβηθήσεται;» (Ἀμώς γ´, 8).
Ὁ Προφήτης Ἀμώς, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα σημαίνει «φορτίον» καί ὑπαινίσσεται μᾶλλον ὅτι ὁ λόγος του εἶχε βαρύτητα καί τό κήρυγμά του ἦτο «τό φορτίον τοῦ Κυρίου», κηρύσσει εἰς αὐτούς πού ἀμερίμνως καί μέσα εἰς τό πνεῦμα τῆς ραθυμίας ἀνέμεναν τήν «ἡμέραν Κυρίου». Τήν ἡμέραν δηλαδή κατά τήν ὁποίαν θά ἔλθῃ ὁ Κύριος αὐτεπαγγέλτως διά νά δώσῃ λύσεις εἰς τά προβλήματα πού οἱ ἴδιοι γίνονται αἰτία νά δημιουργοῦνται καί νά ἐπισωρεύωνται.
Οἱ Ἰσραηλῖται ἀνέμεναν τήν «ἡμέραν Κυρίου» ὡς ἡμέραν δόξης διά τό ἔθνος των καί ἐλαχταροῦσαν μέ μίαν ἰδιαιτέραν ὑπερηφάνειαν τό πότε αὐτή θά ἔλθῃ. Ὅπως δέ βλέπομε καί εἰς ἄλλας περιπτώσεις τοῦ περιουσίου λαοῦ, οἱ ψευδοπροφῆται ὑπεδαύλιζαν αὐτές τίς ἐθνικιστικές τάσεις καί δοξασίες, θωπεύοντας τόν ἀποστάτην λαόν καί προσφέροντας ταπεινήν ἐκδούλευσιν εἰς τούς πολιτικούς καί θρησκευτικούς ἄρχοντας (πάντοτε βεβαίως μέ τό ἀζημίωτον).
Ὅμως ὁ γνήσιος Προφήτης καί ἀκέραιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἀμώς, θρυμματίζει αὐτήν τήν ψεύτικην ἐλπίδα καί διασαλπίζει εἰς τόν ἄνομον λαόν, ὅτι ἡ «ἡμέρα Κυρίου» δέν θά εἶναι ὅπως αὐτοί τήν νομίζουν, ἀλλά θά εἶναι ἡμέρα τιμωρίας, συμφορᾶς καί φρίκης διά τίς τόσες καί τόσες ἀνομίες καί ἁμαρτίες. Μέ μίαν πολύ ἔντονην καί δυνατήν εἰκόνα παρουσιάζει τήν κατάστασιν καί φανερώνει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά ξεφύγῃ κανείς ἀπό τήν τιμωρίαν πού ὁ ἴδιος, διά τῶν λόγων καί ἔργων του, παρασκευάζει διά τόν ἑαυτόν του. Ἀκόμη καί ἡ ἰδία ἡ οἰκία παύει νά ἀποτελῇ ἄσυλον καί ἀσφαλές καταφύγιον διά τόν οἰκοδεσπότην.
Λέγει ὁ Προφήτης: «Ἀλλοίμονον εἰς τούς θρασεῖς καί αὐθάδεις ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιλέγουν εἰς τάς προρρήσεις τῶν προφητῶν καί ζητοῦν καί ἐπιθυμοῦν νά ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου! Ἀλλά, τί νομίζετε ὅτι θά σημαίνῃ δι᾽ ἐσᾶς ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου! Θά σημαίνῃ σκοτάδι καί ὄχι φῶς. Ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν καί φοβερῶν δεινῶν, τά ὁποῖα κατά τήν ἡμέραν ἐκείνην θά ἔλθουν, ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου θά εἶναι ἡμέρα χωρίς δυνατότητα σωτηρίας. Θά εἶσθε ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού μόλις ἐξέφυγε ἀπό τούς ὀδόντας τοῦ πεινασμένου λέοντος, ἔπεσε ἐπάνω εἰς τήν ἀρκούδα. Καί μόλις κατώρθωσε νά σωθῇ ἀπό τήν ἀρκούδα καί ἐπῆγε εἰς τήν οἰκίαν του, ἐνῷ ἀκουμβᾶ βιαστικά τό χέρι του εἰς τόν τοῖχον, φίδι φαρμακερόν ἐπετάχθηκε καί τόν ἐδάγκωσε. Δέν εἶναι λοιπόν σκοτάδι ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου καί ὄχι φῶς; Σκοτάδι βαθύ, δίχως τήν ἐλαχίστην ἀκτῖνα φωτός, ἡ ἡμέρα αὐτή; Αὐτά τά φοβερά προφητεύει καί κηρύσσει ὁ Προφήτης Ἀμώς δι᾽ αὐτούς πού δέν ἀγωνίζονται ὅπως πρέπῃ καί περιμένουν τήν ἡμέραν Κυρίου» (Ἀμώς ε´, 18-20).
Τί νά προσθέσωμε τώρα; Ὅτι μελετῶντας κάποιος τόν ἀσυμβίβαστον μέ τήν ἀνομίαν Ἀμώς, ὁ ὁποῖος ἔδρασε ὀκτώ αἰῶνας πρό Χριστοῦ, αἰσθάνεται ὅτι ὁ Προφήτης ζεῖ εἰς τάς ἡμέρας μας καί κινεῖται ἀνάμεσά μας; Οἱ ἄνθρωποι, παρά τάς χρονικάς ἀποστάσεις τῶν αἰώνων καί τάς χιλιετίας πού χάνονται εἰς τά βάθη τοῦ πανδαμάτορος χρόνου, παραμένουν ἐπί τῆς οὐσίας οἱ ἴδιοι, ἰδίως εἰς τέτοια ζητήματα. Ἐάν ἀφαιρεθῇ ἀπό τόν ἄνθρωπον ἡ διάστασις τοῦ χρόνου, νομίζει κανείς πώς ὅλες οἱ γενεές κινοῦνται εἰς τό ἴδιον ἱστορικόν πλαίσιον εἰς παγκόσμιον ἐπίπεδον. Ἡ ἱστορία ἀντιγράφει καί σήμερον τάς σελίδας της, ὄχι ἁπλῶς δραματικῶς, ἀλλά τραγικῶς, ἀφοῦ ἀκόμη καί μεγάλο ποσοστόν ἐξ ὅσων ὁμολογοῦν ὅτι ἀποδέχονται τήν πίστιν εἰς τόν Χριστόν, δέν θέλουν νά παραδειγματίζωνται ἀπό τάς τραγικάς παραμέτρους τῆς κοινωνικῆς πορείας.
Τό ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ὅτι, παρά τά ἐξωτερικά σχήματα καί τά διάφορα «πνευματικά μορφώματα», δέν φαίνεται νά ὑπάρχῃ ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν διάθεσις εἰς τό νά ἐπιτρέψουν εἰς τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ νά τούς ὁδηγήσῃ εἰς τήν ὁδόν τοῦ ἐξαγιασμοῦ. Δέν δέχονται τήν ἀνακαίνισιν τοῦ νοός, τήν κάθαρσιν τῆς καρδίας καί γενικῶς τήν πορείαν πρός τήν θέωσιν. Ἀπουσιάζει ἡ γνησία, ἡ ἔμπρακτος μετάνοια καί φυσικά τό θάρρος τῆς ὁμολογίας καί τό πνεῦμα τοῦ ἐλέγχου ὅλων τῶν κακῶς κειμένων, κάτι δηλαδή τό ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον διά τόν ἄνθρωπον καί τό κοινωνικόν σύνολον. Ἀλλά καί οἱ ἐξουσίες πού δι᾽ αὐτόν τόν σκοπόν ὑφίστανται καί βεβαίως αὐτή ἡ Ἑκκλησιαστική, ἡ ὁποία δέν εἶναι μία ἁπλῆ ἐξουσία ὅπως οἱ ἄλλες μέ τούς πυλῶνας των, πού συγκροτοῦν μίαν δῆθεν εὐνομουμένην εἰς τήν πραγματικότητα ὅμως μίαν ἀνάπηρον καί ἐξαθλιωμένην πολιτείαν, ἀδιαφοροῦν, σιωποῦν καί ἐθελοτυφλοῦν ἐμπρός εἰς τό πολύμορφον κακόν πού ὡς μολυσματική νόσος ἔχει ἁπλωθῆ παντοῦ. Ὄχι μόνον δέν ἐλέγχουν, δέν ἀντιδροῦν, δέν διαμαρτύρονται κατά τοῦ κακοῦ καί τῆς ἀνομίας ἀλλά ἰσχύει τό »εἰσέλθετε κῦνες καί ἀλήθετε…».
Ἔτσι τό ἀποτέλεσμα εἶναι, εἴτε νά ὑπάρχῃ πλήρης ἀδιαφορία, εἴτε μέσα εἰς τό πνεῦμα τῆς ἀδρανείας πού μαστίζει τό σύνολον τῶν πιστῶν, «μοιρολατρικῶς» ὅλα νά ἀναμένωνται «ἄνωθεν». Ἄς προσέξωμε τά προφητικά κηρύγματα, ἀλλά καί τίς ἱστορικές ἐξελίξεις…
Ὑπάρχουν δυστυχῶς καί κάποιοι Πνευματικοί, πού θέτουν ἐπιτίμιον εἰς τήν ἀνησυχίαν τῶν πιστῶν, θεωροῦντες τόν ἐπιβεβλημένον ἔλεγχον, τήν διαμαρτυρίαν, τήν ὁμολογίαν… ὡς κατακρίσεις, κατηγορίες, κλπ.
Καί εἶναι ἀνάγκη νά προστεθῇ, ὅτι ἡ νοοτροπία αὐτή, ὅτι δηλαδή «ὅλα θά τά τακτοποιήσῃ ὁ Θεός» καί ἐμεῖς ἄς μήν κινοῦμε οὔτε τό δακτυλάκι μας, τελικῶς καταντᾷ βλασφημία ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μέ ἀποτέλεσμα νά λειτουργοῦν οἱ πνευματικοί νόμοι καί τελικῶς τά πράγματα νά ἔρχωνται καί νά ἔλθουν ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι φαντάζονται οἱ «ἄκαπνοι» πιστοί καί μαζί των ὅσοι τό «εὐλογητός ὁ Κύριος» τό ἔχουν ἀναποσπάστως συνδεδεμένον μέ τό «καί πεπλουτήκαμεν» (Ζαχ. ια´, 5).
Ἐπίσης, σῆμα κατατεθέν τῶν καιρῶν ἀποτελεῖ τό ὅτι εἰς πολλούς ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους, ἀντί νά κηρύσσεται πνεῦμα μετανοίας καί ὁμολογίας, καλλιεργοῦνται φροῦδες ἐλπίδες μέ ἀποτέλεσμα νά ἀλλοιώνεται αὐτή ἡ ἰδία ἡ οὐσία τῆς πίστεως εἰς πολλά καίρια σημεῖα της καί μάλιστα εἰς τό εὐαίσθητον κεφάλαιον τῆς ἐσχατολογίας μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται διά τήν πνευματικήν καί ὄχι μόνον ζωήν.
Ἔτσι λοιπόν φθάνει κανείς εἰς τάς ἡμέρας μας, ἀκριβῶς λόγῳ αὐτῶν τῶν παραδόξων ἀντιλήψεων, νά ἀκούῃ ἐσχατολογικές ἀπόψεις πού παραπέμπουν ἀκόμη καί εἰς Χιλιαστικοῦ τύπου ἐσχατολογικές καί πεπλανημένες δοξασίες… Δέν χρειάζεται νά ψάξῃ κάποιος πολύ διά νά ἀνακαλύψῃ τέτοιες περιπτώσεις, πού ξεκινοῦν ἀπό δῆθεν προρρήσεις Γερόντων καί ἕωλες προφητεῖες πού ἐκτρέφουν ἀλλοπρόσαλλες «πνευματικές» καταστάσεις. Δυστυχῶς, ἕνας νόθος ἐνθουσιασμός μέ ἕνα ἐπίχρισμα «πνευματικότητος», ὁ ὁποῖος δέν ἑδράζεται εἰς τήν Πατερικήν Παράδοσιν, ὁδηγεῖ εἰς τήν ὀλισθηράν ὁδόν τῆς πλάνης μέ ὀλέθρια ἀποτελέσματα.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος μᾶς λέγει: «Ἀγαπητοί, μή παντί πνεύματι πιστεύετε, ἀλλά δοκιμάζετε τά πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστίν, ὅτι πολλοί ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τόν κόσμον» (Α´ Ἰωάν. δ´, 1-2). Βεβαίως, ἡ ἐντολή αὐτή τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου ἰσχύει διά κάθε ἐποχήν, ἀλλά κυρίως διά τάς ἡμέρας μας, καθ᾽ ὅ,τι πολλοί ψευδοπροφῆται, πλανοερμηνευταί ἁγίων Γερόντων, κλπ., κυκλοφοροῦν καί μάλιστα ὡρισμένοι μέ τό κάλυμμα τῆς αὐθεντίας καί μέ τό ὄνομα τοῦ «Γέροντος». Ἑπομένως, ὁ κάθε ἕνας πού ὁμιλεῖ δέν εἶναι καί Προφήτης. Δηλαδή, δέν ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἄρα ὁ λόγος του δέν εἶναι ἀληθινός. Καί εἰς τό σημεῖον αὐτό, ἀνέκαθεν τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἦτο ἰδιαιτέρως προσεκτικόν. Μέ τάς προϋποθέσεις τῆς γνησιότητος καί τοῦ φωτισμοῦ, θά πρέπῃ νά γίνεται ἀποδεκτός ὁ λόγος καί τό κήρυγμα, ὡς λόγος ἀληθείας.
Εἰς τήν ἐποχήν μας, ἡ ἁμαρτία ἔχει πιά κατακλύσει τά πάντα: Αἱμομεῖκτες, παιδεραστές, ὁμοφυλόφιλοι, πόρνοι, μοιχοί, ἐγκληματίες, δολοφόνοι, ἔμποροι ναρκωτικῶν… Ἐμπορία καί μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων ἀπό «ἐγκεφαλικά νεκρούς», δηλαδή ἀπό ζῶντες, ἄπειρες φόνισσες μητέρες τῶν τέκνων των διά τῶν ἀμβλώσεων… Ἡ κοινωνία τῆς διαφθορᾶς καί τῆς παρανομίας. Ἄνθρωποι χωρίς πρότυπα καί ἰδανικά.
Τόν ἄνθρωπον, λέγει ὁ Ἀριστοτέλης, τόν ξεχωρίζουν ἀπό τό ζῶον, δύο πράγματα, «ὁ γέλως καί ἡ αἰδώς», δηλαδή τό γέλιον καί ἡ ἐντροπή. Τό ζῶον δέν γελάει ποτέ καί δέν ἐντρέπεται διά τίποτε. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, πού δέν γελάει ποτέ, ρέπει πρός τήν ψυχοπάθειαν, ὅπως ἐπίσης καί αὐτοί πού γελοῦν χωρίς λόγον… Καί ἐκεῖνος πού δέν ἐντρέπεται διά τίποτε, ρέπει πρός τήν ἀποκτήνωσιν. Ἔτσι καί ἐμεῖς ἔχομε καταντήσει μία κοινωνία πού ἀπαρτίζεται ἀπό ἀλλόκοτα μασκαρεμένα πρόσωπα καί σώματα ἀνθρώπων δίχως ἐντροπήν, μέ συμπεριφορές ψυχοπαθητικές, μέ δυσεύρετα τά ὑγιῆ χαμόγελα καί ἄν κάπου-κάπου κανείς ἀντικρύσῃ κάποιο χαμόγελο, θά εἶναι νευρικό ἤ δίχως αἰτία χαμόγελο-γέλιο, δηλαδή ἄρρωστο. Ἄπειροι ἄνθρωποι συνοφρυωμένοι, μελαγχολικοί, καταθλιπτικοί… Ἀκόμη καί ἀρκετά μικρά παιδάκια – τά καημένα δίχως ἁγνότητα – ἀγριεμένα, ἐνίοτε προχωρημένα πρίν τήν ὥραν των εἰς ὅλους τούς τομεῖς. Εἶναι τά ἄδικα πρώϊμα »χαϊβάνια»…
«Στρατεύματα κατοχῆς», ἐθνοκτονία, ἀφελληνισμός, ἀποδόμησις τῆς παιδείας, τῶν παραδόσεων, τῆς ἱστορίας, τῆς γλώσσης, οἰκογενειοκτονία, κοινωνική ἐξαθλίωσις, οἰκονομική ἐξαθλίωσις, καί ἀντί ὀφειλομένων ἀποζημιώσεων, ἐπιβάλλονται φόροι ἐπί φόρων… Τά ὄνειρα διά μίαν καλυτέραν ζωήν ἀπαγορεύονται αὐστηρῶς. Νόμοι ἀντιρατσιστικοί, ἕνεκεν δῆθεν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἐξαιρουμένων ὅμως τῶν ἑλληνορθοδόξων δικαιωμάτων… Θεατές ἐσταυρωμένων, ἀποκεφαλισμένων κλπ. συνανθρώπων μας, Χριστιανῶν καί μή. Ἀθλιότης! Προώθησις λαθρομεταναστῶν καί δή τοῦ Ἰσλάμ εἰς τήν Ἑλλάδα.
Καί μέσα εἰς ὅλα αὐτά, κάποιοι ὀνειρεύονται τήν Πόλιν. Οἱ Τζιχαντιστές ὁραματίζονται τήν Δύσιν καί κάποιοι Ἕλληνες τήν… Πόλιν. Διδασκαλία τοῦ ἀντιχρίστου Ἰσλάμ μέσα εἰς τά Ὀρθόδοξα θεολογικά σπουδαστήρια, ἀνέγερσις τζαμιῶν, ναργιλέδες καί μύρια ἄλλα. Ὅλα αὐτά αὐξάνονται καί πληθύνονται καί κατακυριεύουν, ἐπειδή προστατεύονται, προωθοῦνται καί νομιμοποιοῦνται διά ἀνθελληνικῶν καί ἀντιχρίστων νόμων, ἄνευ διαματυρίας, ἐλέγχου, ὑπερασπίσεως τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος…
Ὁ μεγάλος, ὁ πιό φοβερός ἐχθρός εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός, ἡ παναίρεσις τῶν αἰώνων, τό σύνολο τῶν αἱρέσεων πού σκοπόν ἔχει νά ἀλλοιώσῃ καί τελικῶς νά ἐξαφανίσῃ τήν Ὀρθοδοξίαν. Ὁ Οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος ἀποσκοπεῖ εἰς τήν πνευματικήν μας σταύρωσιν καί εἰς τόν πνευματικόν μας ἀποκεφαλισμόν, καί ὄχι μόνον. Πληγή δέ μεγάλη εἶναι ὁ Σιγονταρο-οικουμενισμός, δηλαδή τό »Ὀρθόδοξον Οἰκουμενιστικόν Χαλιφᾶτον», μέ τούς «Ὀρθοδόξους Τζιχαντιστάς», τοὐτέστιν τούς Ὀρθοδόξους Οἰκουμενιστάς.
Καί τό ἀποκορύφωμα εἶναι ἡ ἄκρως ἐπικίνδυνη αἵρεσις καί πλάνη, ὁ Παπισμός. Ὁ Παπισμός πού ἐμμένει ἀμετανόητος εἰς τάς αἱρετικάς πλάνας του καί μέ «Βατικανίζουσαν» πολιτικήν καί διπλωματίαν προβάλλει καί χρησιμοποιεῖ ὡς »Δουρείους Ἵππους» τίς παγίδες πού εἶναι ὁ δῆθεν «θεολογικός διάλογος», ὁ διάλογος τῆς «ἀγάπης», ἡ οἰκουμενική κίνησις διά τήν «ἕνωσιν» τῶν «ἐκκλησιῶν», κλπ.
Καί μετά ἀπό ὅλα αὐτά, ἀκούγεται ἡ ἐπωδός: » Ἔχει ὁ Θεός»!
Τό πνεῦμα ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων πού ἤλεγχε ὁ Θεός διά τοῦ Προφήτου Ἀμώς, τό βλέπομε καί σήμερον ὁλονέν καί περισσότερον νά ἐξαπλοῦται. Εἴμεθα μία ἀδικαιολόγητη, ἀμετανόητη καί ἀναπολόγητη γενεά.
Καί ἐνῷ θά ἀνέμενε κανείς, ὕστερα ἀπό τίς αὐστηρές προφητεῖες τοῦ Ἀμώς, ὁ λαός τοῦ Ἰσραήλ νά μετανοήσῃ, δυστυχῶς παρέμενε ἀμετανόητος. Καί ὄχι μόνον παρέμεινε ἀμετανόητος, ἀλλά καί ἠθέλησε νά ἐπιβάλλῃ σιωπήν εἰς τόν Ἀμώς καί ἐκδίωξιν. Βλέπομε λοιπόν ὁ διασυρμός καί ἡ ἐκδίωξις νά εἶναι τό τίμημα ἐκείνων πού κηρύσσουν τήν ἀλήθειαν. Ἐκείνων πού γνωρίζουν, διά τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Θεοῦ, νά βλέπουν πέραν τῶν γεγονότων καί νά διαβάζουν κάτωθεν τῶν γραμμάτων. Ὁ Προφήτης ὅμως δέν ἐσιώπησεν. Συνέχισε νά κηρύττῃ τήν Ἀλήθειαν. Εἰς τό τέλος, ἐφονεύθη ἀπό τούς ἱερεῖς διά ροπάλου, ὑπογράφοντας τό κήρυγμα τῆς Ἀληθείας μέ τήν ἰδίαν του τήν ζωήν!
Ἡ ἀλήθεια θά πρέπῃ πάντοτε νά διακηρύσσεται. Ἡ δέ Χάρις ἐπικυρώνει τήν ἀλήθειαν, δικαιώνει τούς ἀγωνιστάς καί καταισχύνει τά φερέφωνα τῆς πλάνης καί τοῦ ψεύδους. Ἄς τό συνειδητοποιήσουν ὅλοι, ὅτι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται» (Β´ Τιμόθ. β´, 9).
Δόξα τῷ Θεῷ πού ὑπάρχουν ὀλίγες μέν, ἀλλά δυνατές φωνές ἀγωνιστῶν καί ὁμολογητῶν πατέρων, τόσον ἐκτός, ὅσον καί ἐντός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπως ἐπίσης καί ὡρισμένων λαϊκῶν, θεολόγων, κλπ. Ἀλλά, πρέπει καί ἐπιβάλλεται ὅλοι μας, πρωτίστως ὁ κλῆρος, ἀλλά καί ὁ λαός, ἐν μετανοίᾳ, ἔστω καί τήν ὑστάτην στιγμήν, τώρα δηλαδή, νά ὑψώσωμε, φωνήν διαμαρτυρίας καί ὁμολογίας, πρωτίστως διά τήν Πίστιν μας. Διότι, ἄν εἴχαμε μετάνοιαν καί ἐκρατούσαμε τήν Πίστιν γερά, θά ἔστεκαν καί τά ὑπόλοιπα εἰς τήν σωστήν των βάσιν.
Ἐννοεῖται δέ, πώς ὁ ἀγών διαμαρτυρίας δι᾽ ὅλων τῶν ἐκφάνσεών του, πάντοτε θά πρέπῃ νά διεξάγεται καί νά ὁλοκληρώνεται ἐντός καί μόνον ἐντός τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.

ΧΡΙΣΤΟΥΦΑΝΤΟΣ

http://aktines.blogspot.gr

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Μέ ποιά γλῶσσα καί μέ ποιόν τρόπο πρέπει νά ἀπευθυνόμαστε στόν Θεό;

Συμβαίνει μέ τούς πλείστους:
Δέν ἀσχολούμαστε μαζί Του…νά μήν ἀσχολεῖται μαζί μας!…

Ἄς δοῦμε ἀρχικῶς, μέ ποιά γλῶσσα νά μιλᾶμε στόν Θεό:
Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔπαψαν νά ὁμιλοῦν στόν Θεό. Ἔπαψαν νά ρωτοῦνε τόν Θεό. Ἔπαψαν νά ἀναζητοῦνε τόν Θεό, νά προσεύχονται στόν Θεό, νά ἀκοῦνε τόν Θεό, νά νοιώθουν τόν Θεό, νά ὑπακοῦνε στόν Θεό, νά ζοῦνε μέ τόν Θεό, νά ζοῦνε γιά τόν Θεό, νά ἀγαποῦνε τόν Θεό.
Διέκοψαν κάθε σχέση κι ἐπαφή μαζί Του, σά νά μήν ὑπάρχει ὁ Ὥν, τό Ὕδωρ τό Ζῶν, ἡ Ὄντως Ζωή!
Τόν ἀπορρίπτουνε σά νά εἶναι ἕνας σκάρτος καί προδότης φίλος, ἤ ἕνας ἐπικίνδυνος ἐχθρός, ἤ ἕνας στραβός παραξενιάρης γείτονας!
Τόν ἀποφεύγουνε πλήρως σά νά εἶναι ἕνα «κακό κι ἐπικίνδυνο σημαδάκι» ψηλά στόν οὐρανό!
Τόν ἀποφεύγουνε σά νά εἶναι ἕνα ἄπιαστο καί μακρινό ἄστρο πού θά μείνει γιά πάντα ἀπλησίαστο, ἄρα μάταιο πρᾶγμα νά ἀσχοληθεῖ κανείς μαζί Του!
Αὐτός ἐκεῖ πάνω (ὁ Πανταχοῦ Παρών) κι ἐμεῖς ἐδῶ κάτω, ἀπό μακριά κι ἀγαπημένοι…! Συνεννόηση μηδέν! Ἀπόσταση….ἔτη φωτός!

Ἀλλά ἀκόμη καί σέ ἐμᾶς, «τούς λεγομένους πιστούς», πού δέν κόβουμε τά νήματα ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό καί πού θεωρούμαστε (λόγοις μᾶλλον…) δοῦλοι Του καί μαθητές Του, παραμένει ἀκόμη ἄγνωστος ὁ κώδικας στόν ὁποῖον ἀρέσκονται τά ὦτα Του καί στόν ὁποῖον πρόθυμα ἀνταποκρίνεται ὅταν μιά φωνή ἀπευθύνεται πρός Αὐτόν. Τά μπερδέψαμε αὐτά τά νήματα καί τά κάναμε κόμπους ἄλυτους καί περίπλοκους: εἴτε γεμάτους παράσιτα,
εἴτε μή δυναμένους ἀπό τή σύγχυσή τους νά μεταφέρουν κἄν δεήσεις, αἰτήσεις, εὐχαριστίες καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο πρός τόν Κύριο!
Βλέπετε, ἐνῶ ὁ Θεός ὡς Παντογνώστης καταλαβαίνει ὅλες τίς γλῶσσες, ὅμως, σέ συγκεκριμένη γλώσσα ἀναπαύεται, μέ συγκεκριμένη συχνότητα συντονίζεται καί σέ συγκεκριμένη γλῶσσα ἀπαντᾶ καί μάλιστα ἄμεσα, ὡς προσεχτικός ἀκροατής και Φιλάνθρωπος – Πολυεύσπλαγχνος συνομιλητής!
Νά μήν ἀποροῦμε λοιπόν καί λέμε παραπονετικῶς:
-Ὁ Θεός δέ μέ ἀκούει. Ἐμένα μέ ξέχασε.
-Ὁ Θεός δέν ἀπαντᾶ. Εἶναι κουφός καί σκληρός μαζί μου.
-Τοῦ Θεοῦ ἄλλα Τοῦ ζητῶ καί ἄλλα παίρνω. Γιατί; (Ἄχ αὐτό τό βλάσφημο, ἀδιέξοδο κι ἀνούσιο αὐτοδικαιωτικό «γιατί»….)!
Καί ἄλλα παρόμοια καί αἴολα…

Ἄς μποῦμε λιγάκι γιά ἕνα λεπτό στήν θέση τοῦ Θεοῦ, παρ’ ἀνθρώποις τό λεγόμενον…
Ἐρώτηση:
-Ἄν ἐμεῖς, οἱ εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, μιλήσουμε μέ ἄσχημο τρόπο σέ κάποιον, τί γίνεται κατά τό σύνηθες;
Ἀπάντηση:
-Ἤ θά μᾶς περιφρονήσει αὐτός ὁ κάποιος (γιά νά μή γίνει καυγάς καί μέχρι νά συνετιστοῦμε), ἤ θά μᾶς συμπεριφερθεῖ ἐπιθετικά κι αὐτός κι ἀπρόσμενα πολλές φορές.
Καί τότε, ὄχι μόνο δέν θά ὑπάρξει ἡ ποθούμενη συνεννόηση, ἀλλά μᾶλλον «ἡ κουβέντα» θά ὁδηγήσει σέ ἀντίθετα ἀπό τά προσδοκώμενα ἀπό ἐμᾶς ἀποτελέσματα.
Τό ἴδιο συμβαίνει λοιπόν καί μέ τόν Θεό πού μᾶς ἔπλασε κατ’ εἰκόνα Του! Τοῦ μιλᾶμε συνήθως μέ ἄσχημο κι ἀνάρμοστο τρόπο καί Αὐτός μέ τήν σειρά Του: εἴτε τραβᾶ τήν χάρη Του ἀπό ἐμᾶς καί ἐσκεμμένα κωφεύει (προκειμένου νά ἀναβάλλει τήν ὅποια τιμωρία-παιδαγωγία μας καί μέχρι νά συνετισθοῦμε), εἴτε μᾶς ἀπαντᾶ μέ αὐστηρό παιδαγωγικό τρόπο πρός σωφρονισμό μας, ἐφόσον δέν συνήλθαμε «εἰς ἑαυτόν» κι ἐμεῖς τό ἐκλαμβάνουμε αὐτό ἐσφαλμένως πώς: ἄλλο Τοῦ ζητᾶμε (δέν καταλαβαίνει κιόλας ὀ Πάνσοφος…) κι ἄλλο παίρνουμε (ἀπό αὐτό πού ἐγωιστικά νομίζουμε πώς μᾶς ἄξιζε…).
«Αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε…»(Ἰάκ. 4,3), λέγει ξεκάθαρα τό Εὐαγγέλιο.
Μιλοῦμε μέ λάθος γλῶσσα καί μέ ἀνάρμοστο ὕφος στόν Ὕψιστο Θεό καί ἐπιπρόσθετα, πολλές φορές ζητοῦμε καί πράγματα ζημιογόνα τόσο γιά ἐμᾶς, ὅσο καί γιά τούς ἄλλους, εἴτε ἐπίγεια, εἴτε ἐπουράνια.
«Αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε», συμπληρώνει τό Εὐαγγέλιο.
Ἔχει σημασία καί γιά ποιόν λόγο μιλοῦμε στόν Θεό. Τοῦ ἀπευθυνόμαστε μέ ἐφαλτήριο τήν ἀγάπη καί τόν πόθο σωτηρίας ἤ μέ ἐφαλτήριο τό θέλημά μας καί τά πάθη μας;…

Ἡ γλῶσσα πού ἐμεῖς μιλᾶμε συνήθως στόν Θεό, εἶναι ἡ ἑξῆς: ὑπερήφανα, ἀναίσχυντα, μέ ὕφος ἔντονο, ἀπαιτητικά, ὑποκριτικά – ψευδοταπεινωτικά-φαρισαϊκά, σά νά εἶναι δοῦλος μας καί ὀφείλει νά μᾶς ὑπακούει, σά νά εἶναι χρεώστης μας καί ὀφείλει νά μᾶς ἀποδίδει, Τόν μαλώνουμε, Τοῦ ὑποδεικνύουμε, Τόν διορθώνουμε, Τόν περιφρονοῦμε ὅταν δέν γίνεται τό θέλημά μας καί σέ ἀκραῖες περιπτώσεις μάλιστα, πού ἔχουμε παρεκτραπεῖ τελείως καί δαιμονικῶς, Τόν ὑβρίζουμε καί Τόν βλασφημοῦμε παρακαλῶ…

Τήν γλῶσσα ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό, μᾶς τήν δίδαξαν λόγῳ καί ἔργῳ ὅλοι οἱ Ἅγιοι, προπαντός δέ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, καθώς καί πλεῖστοι μετανοηθέντες πρώην βαριά ἁμαρτωλοί. Ἡ γλῶσσα ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό, ὀνομάζεται: ταπείνωση-ἀγάπη!

Ἡ ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη βαδίζουν πάντα καί ἁρμονικά σφιχταγγαλιασμένες. Δέν γίνεται νά χωρίσουν ἄν ἐπιθυμοῦμε ὄχι μόνο οὐσιαστική καί ὁμαλή συνομιλία μέ τόν Θεό, ἀλλά καί μέ τούς συνανθρώπους μας. Διότι ἄν λείψει ἡ ταπείνωση, τότε στό κενό ποὐ ἀφήνει πίσω της παρεισφρύει ἡ ὑπερηφάνεια πού διώχνει τήν ἀγάπη. Ἄν λείψει ἡ ἀγάπη, τότε στό κενό πού ἀφήνει πίσω της παρεισφρύει τό μίσος πού διώχνει τήν ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη, λοιπόν, ἐνεργοῦν σωστά μόνο ὡς σιαμαῖες ἀδελφές. Μέ αὐτές τίς δύο μίλησε ὁ τελώνης στόν Θεό μέσα στόν Οἶκο Του καί ἐνῶ δέν εἶχε ἔργα καλά, παρά ἁμαρτίες, εἰσακούσθηκε, συγχωρέθηκε, δικαιώθηκε καί σώθηκε!

Τό κλειδί πού ξεκλειδώνει τά ὦτα τοῦ Θεοῦ: ταπείνωση-ἀγάπη!

Ὁ καρδιακός πόνος, ἡ μετάνοια, τά δάκρυα, ἡ αὐτομεμψία, οἱ στεναγμοί καί τό ἱκευτικό ὗφος, στέλνουν τή φωνή μας στά ὦτα τοῦ Ὕψίστου τόσο γρήγορα, σά νά εἶναι ὁ λόγος μας ἤδη μέσα σέ αὐτά! Τίποτε ἄλλο δέν ταξιδεύει τίς προσευχές μας πρός τόν Θεό μέ τέτοια ταχύτητα καί δέν ἐξασφαλίζει τόσο ἄριστη εὐκρίνεια στήν ἐπικοινωνία μας μαζί Του, ὅσο τό «καλωδιακό δίδυμο μεταφορᾶς»: ταπείνωση-ἀγάπη!
Καί τίποτε ἄλλο δέν γεννᾶ τήν καλή παρρησία καί δέν προκαλεῖ τήν φιλάνθρωπη προσοχή τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς, ὅσο οἱ: ταπείνωση-ἀγάπη!
Ἡ ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη εἶναι, ἄς ποῦμε μέ τούς σύγχρονους τεχνολογικούς ὅρους, «ὁ κωδικός τοῦ Θεοῦ», «τό password τοῦ Θεοῦ», τό ὁποῖο μᾶς ἐπιτρέπει τήν εἴσοδο σέ διάλογο μαζί Του καί τήν ἄμεση κι εὐμενῆ ἀνταπόκρισή Του!
Μέ τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωση, γλυκά- γλυκά δεσμεύουμε Θεό κι ἀνθρώπους καί τούς αἰχμαλωτίζουμε μέ τήν θέλησή τους!
Μᾶς παραδίδονται οἰκειοθελῶς!
Εἶναι ἀφοπλιστικές κι ἀνίκητες!

Ἄς δοῦμε στή συνέχεια, μέ ποιόν τρόπο νά ἀπευθυνόμαστε στόν Θεό.

Τό παράδειγμα ἱκεσίας τοῦ τελώνη πρός τόν Θεό, ὄπως περιγράφεται στό Εὐαγγέλιο, μᾶς ἀγγίζει ὅλους πολύ, διότι κι ἐμεῖς οἱ περισσότεροι εἴμαστε πολύ ἁμαρτωλοί καί ἴσως λιγότερο, ὅλοι ἀνεξεραίτως!
Εἶναι πολύ παρήγορο γιά ἐμᾶς, νά γνωρίζουμε ὅτι ἔχουμε ἕναν δυνατό (στό θέμα ταπείνωσης) ἐκπρόσωπο (τόν τελώνη), ὁ ὁποῖος τράβηξε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, παρά τό βαρύ του ποινικό μητρῶο ἁμαρτιῶν!
Μᾶς γεμίζει ἐλπίδα αὐτό τό παράδειγμα.

Τό ἴδιο ἰσχύει καί μέ τήν περίπτωση τῆς ἄγνωστης πόρνης. Μάλιστα μέ αὐτή τήν πολύ ἁμαρτωλή γυναῖκα, συμβαίνουν τά ἑξῆς ἀξιοπρόσεχτα:

Δέ φαίνεται πουθενά μέσα στό Εὐαγγέλιο, νά μίλησε στόν Κύριο.
Οὔτε μία λέξη!
Βουβῷ τῷ τρόπῳ, ἔδειξε τήν ἀγάπη της καί τήν ταπείνωσή της στόν Κύριό της. Ὅμως, ὁ ἱκετευτικός τρόπος της καί ἡ λατρεία πού Τοῦ ἔδειξε ἔμπρακτα, ἦταν γλῶσσα καρδιᾶς καί «ἄλαλα λόγια» στάζοντα ἀπό ἀγαπητική – ἐν μετανοίᾳ πληγή ψυχῆς, ἠχηρότερα ἀπό κάθε φωνή, λόγο καί κραυγή διά στόματος. Οἱ μελίρρυτες πράξεις της ποτισμένες στά κλάματά της, ἦταν ὁ καλύτερος τρόπος γιά νά ἀπευθυνθεῖ στόν Θεό. Καί ὁ πιό ἀποτελεσματικός ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος.
Εἶχε τόση ταπείνωση δέ, πού ὄχι μόνο δέν τόλμησε νά βγάλει λαλιά καί νά ὑψώσει τή ματιά της πιό πάνω ἀπό τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά ὅπως λέγει τό Εὐαγγέλιο, κάτι πού περνᾶ ἀπαρατήρητο, δέν ἔσκυψε κάτω ἁπλῶς γιά νά κλάψει, νά φιλήσει, νά πλύνει, νά σκουπίσει τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ μέ τά μαλλιά της καί νά τά μυρώσει, ἀλλά στάθηκε καί «ὀπίσω» τῶν ποδῶν Του!
«Καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ κλαίουσα, ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ» (Λουκ. 7, 38).
Κάτω, στά πόδια Του, καί ὀπίσω Τους, σάν μαύρη ντροπαλή κι ἀσήμαντη σκιά πού δέν ἀξίζει νά ἀκούει καί νά βλέπει κανείς!
Ταπεινώθηκε πλήρως. Ἱκέτεψε πλήρως. Ἀγάπησε ὑπερβαλλόντως.
Εἶχε τόση ἀγάπη δέ, πού ἀψήφησε τόν ὅποιο κίνδυνο πού πιθανόν θά διέτρεχε μέ τήν ἐμφάνισή της στό σπίτι μέ τούς «εὐϋπόληπτους» καλεσμένους, μιά πού ἦταν γνωστό τό κακό ποιόν της δημοσίως. Ρίσκαρε τόν ὅποιον πιθανό ἐξευτελισμό της μπροστά στόν κόσμο, γιά μιά μονάχα πολύτιμη ἀγαπητική στιγμή μέ τόν Χριστό, πού δέν ἤθελε νά χάσει μέ κανένα κόστος εἰς βάρος της!
Ἐπίσης, Τοῦ ἀγόρασε καί δῶρο, ἕνα πανάκριβο μύρο!
Προέβην σέ αὐτήν τήν λεπτή, εὐωδιαστή χειρονομία, χωρίς νά γνωρίζει ἄν θά κατάφερνε τελικά νά ἀλείψει τό μύρο στά πόδια Του, ὅπως ποθοῦσε, καί χωρίς νά ὑπολογίσει τήν ἀπώλεια τοῦ κομποδέματός της. Ρίσκαρε τήν περιουσία της. Ὅλα γιά τόν Χριστό.
Καί κάτι ἄλλο πού ἐπίσης περνᾶ ἀπαρατήρητο, ἀλλά εἶναι σημαντικότατον: κανένας ἄλλος, ἐκτός ἀπό τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ, δέν φαίνεται πουθενᾶ στό Εὐαγγέλιο καί στήν ἐπίγεια ζωή Του, νά Τόν κατεφίλησε τόσο, ὅσο αὐτή ἡ ταπεινωθεῖσα κι ἀγαπῶσα πόρνη!
Τί εὐλογία τῆς ἔδωσε ὁ Ἰησοῦς μέ αὐτήν τήν ἀξιοζήλευτη παραχώρηση!
Ὁ Κύριος, ὄχι μόνο ἐπέτρεψε στήν πόρνη νά Τόν καταφιλεῖ, ἀλλά ἐπιπλέον εἶπε γιά αὐτήν σέ ὅλους: «Ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ» (Λουκ. 7,47)!
Μέ αὐτόν τόν λόγο Του, φανέρωσε δύο τινά ὁ Χριστός στούς παρευρισκομένους πού κοιτοῦσαν ἄναυδοι τίς ἐκδηλώσεις τῆς πόρνης: τόσο ὅτι συγχωρέθηκε, ὅσο καί τό γιατί συγχωρέθηκε. Ταυτόχρονα, ἀμέσως τήν παρουσίασε ὡς παράδειγμα πρός μίμησιν ὁ Ἴδιος Αὐτοπροσώπως!
Ἄς παραδειγματιστοῦμε, λοιπόν, ὑπάκουα κι ἐμεῖς ἀπό ὅλους αὐτούς πού κατάφεραν νά ἑλκύσουν τό ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί νά λάβουν συγχώρεση καί ζωή αἰώνια, μιλῶντας μέ τήν γλῶσσα τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπείνωσης καί φερόμενοι μέ τόν ἱκετευτικό ἐν δάκρυσιν τρόπο τους στόν Θεό!
Ἄς ρίχνουμε κι ἐμεῖς ἀγαπητικά καί ταπεινά τόν ἑαυτό μας στό ὑποπόδιον τῶν ποδῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως τό διαλυμένο σέ βίδες μηχάνημα ἐπάνω στόν πάγκο τοῦ συνεργείου ἐπισκευῆς καί στά χέρια τοῦ ἔμπειρου τεχνίτη, πρός ἐπιδιόρθωσιν.
Ἄς ρίχνουμε τόν ἑαυτό μας στήν Ἐκκλησία τοῦ Κυρίου, στήν Παναγία καί στούς Ἁγίους, ὅπως ρίχνεται ὁ βαρειά ἀσθενής στό κρεβάτι τοῦ νοσοκομείου καί στά ἔμπειρα χέρια τῶν ἰατρῶν, πρός ἴασιν κι ἀποκατάστασιν.
Ἄς ρίχνουμε τόν ἑαυτό μας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως τό ἀδύναμο μωρό, πού μέ ἐμπιστοσύνη κι ἀσφάλεια ἀποκοιμιέται στήν μητρική ἀγκαλιά, πρός κοίμησιν τῶν παθῶν μας.
Ἄς ρίχνουμε τόν ἑαυτό μας στίς ἐντολές καί στόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως τό εὔθραστο πουλάκι πού περιμένει κρυμμένο στήν φωλιά καί μέ ἀνοιχτό τό στόμα, τήν πολύτιμη τροφή του ἀπό τόν κηδεμόνα του, πρός πνευματικήν μας τροφοδοσία.
Ἄς ρίχνουμε τόν ἑαυτό μας ὑπάκοα στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ὅπως τά φύλλα τῶν δένδρων πού χορεύουν ἁρμονικά, ἀκολουθώντας ἀναντίρρητα τά βήματα τῶν φυσηγμάτων τοῦ ἀνέμου, πρός ἀσφάλειάν μας καί ὀρθήν καθοδήγησιν καί πορεία μας.
Ἄς ρίχνουμε τόν ἑαυτό μας στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὅπως τό κύμα πού ὁρίζεται ἀπό τά ρεύματα τῆς ἀπέραντης θαλάσσσης καί πού τελικά τό ταξιδεύουν στά πιό ὄμορφα καί μοναδικά ἀκρογιάλια καί λιμάνια τοῦ κόσμου, πρός σωτηρίαν μας καί κατάληξιν καί ἡμῶν στόν εὔδιον λιμένα τοῦ Θεοῦ!

Μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη γλῶσσα ἀπευθυνθοῦμε στόν Θεό ἐκτός τῆς ταπείνωσης – ἀγάπης καί μέ ὁποιονδήποτε ἄλλον τρόπο Τοῦ ἀπευθυνθοῦμε ἐκτός ἀπό τό ὑπάκουο ἱκετευτικό ἀκούμπισμά μας σέ Αὐτόν, θά μᾶς ὁδηγήσουν σέ χωρισμό μαζί Του καί θά μᾶς μετατρέψουν σέ μαῦρες σκιές πού θά ἀκολουθήσουν ἁμαρτωλά μονοπάτια, ὁδηγοῦντα σέ κρημνούς ἀποτυχίας κι ἀπωλείας.
Ἄς πατήσουμε ἐν σοφίᾳ ἐπάνω στά χνάρια τοῦ Προφητάνακτος Δαυΐδ κι ἄς ἑνώσουμε καί τήν δική μας φωνή μέ τήν δική του, δηλώνοντας κι ἐμεῖς ἀποφασιστικά στήν ψυχή μας καί στόν Ἀγαπημένο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας μας:
«Ἐξελεξάμην παραρριπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον ἤ οἰκεῖν μέ ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν» (Ψαλμ. 38).

Πετᾶμε ἐπιπόλαια τόσα χρόνια πολύτιμης ζωῆς τόν ἑαυτό μας στήν ἀποστασία ἀπό τόν Θεό καί στήν ἀσυνενοησία μαζί Του, στις ἁμαρτίες καί σέ ἀπόκρημνους τόπους, μέ ἀποτυχημένα καί δεινά πολλές φορές ἀποτελέσματα.
Καιρός πιά νά τόν «παραπετάξουμε», ἐμπιστευτικά κι ἄνευ ὅρων, στόν Τέλειο Θεό καί στήν Ἐκκλησία Του!
Καί τότε, Αὐτός θά μᾶς ἀναστηλώσει κατά τήν ὑπόσχεσή Του: «ὑποστηρίζει Κύριος πάντας τοὺς καταπίπτοντας καὶ ἀνορθοῖ πάντας τοὺς κατερραγμένους»(Ψαλμ. 144, 14).
Θά μᾶς ἀναλάβει στοργικά ὑπό τῶν πτερύγων Του καί θά πετάξουμε μαζί Του καί μέ πᾶσα ἀσφάλεια στήν Οὐράνια Βασιλεία Του, ᾧ ἠ δόξα καί ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων! Ἀμήν.

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ!

Μ.Σ. ἐκπ/κός-ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ (http://kaiomenivatos.blogspot.gr/)

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ