Η θέση και στάση του Γέροντος Παϊσίου έναντι του Οικουμενισμού

γ. Παίσιος

πρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

ἐφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Νέου Φαλήρου Πειραιῶς

Ἐν Πειραιεῖ  10-7-2012

Συμπληρώνονται φέτος 18 χρόνια ἀπό τήν κοίμηση τοῦ συγχρόνου ὁσίου Γέροντος Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου (12-7-1994). Πολλοί ἰσχυρίζονται, λανθασμένως βέβαια, ὅτι ὁ γέροντας ἀσχολήθηκε μόνο μέ τά μοναχικά του καθήκοντα, τήν ἄσκηση, τήν προσευχή, τήν κάθαρση ἀπό τά πάθη, τήν ὑπακοή, τήν ταπείνωση, τήν παρθενία, βοήθησε τούς ἀνθρώπους μέ τό προορατικό καί διορατικό χάρισμά του, ἔκανε θαύματα, ὅμως δέν εἶχε ἐκφραστεῖ καθόλου περί πίστεως, τουλάχιστον δημόσια, ἐπειδή στήν ἐποχή του, ὅπως καί σήμερα στή δική μας, ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπιζε τόν κίνδυνο ἀπό τίς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μέ τήν συνέναινεση καί σύμπραξή του τότε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα καί ὡς ἐκ τούτου ἦταν οἰκουμενιστής καί συμφωνοῦσε μέ τίς πράξεις τοῦ Ἀθηναγόρα.

Γιά τόν λόγο αὐτό, θά παρουσιάσουμε δύο ἐπιστολές πόνου τοῦ Γέροντος Παϊσίου κατά τῶν οἰκουμενιστῶν καί τῶν φιλενωτικῶν. Τό θέμα καί τό μήνυμά τους εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρα, καθώς ὁ οἰκουμενισμός Πατριαρχῶν, Ἀρχιεπισκόπων, Ἐπισκόπων καί θεολόγων ἔχει ὑπερβεῖ τά «ἐσκαμμένα» ὅρια καί εἶναι ὅσο ποτέ ἄλλοτε ἀκραῖος καί ἐπικίνδυνος.

Τήν πρώτη ἐπιστολή ὁ Γέροντας Παΐσιος τήν ἔγραψε μαζί μέ ἄλλους δύο ἱερομονάχους στήν Ι.Μ.Σταυρονικήτα στίς 21-11-1968. Ἀνάμεσα στά ἄλλα λέγονται καί τά ἑξῆς:

«‘Το νόμισμα τῆς ἀγάπης’ πού κυκλοφορεῖ μετά ἀπό τό ‘κλείσιμο τῶν δογμάτων’, ἡ ‘ἐπανίδρυσις τῆς Μιᾶς… Ἐκκλησίας’ καί τόσα ἄλλα εἶναι ἀκατανόητα καί κυριολεκτικῶς βλάσφημα διά τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία…

Ἡ ἄρνησις πρός τόν Πατριάρχη (Ἀθηναγόρα) δέν εἶναι ἄρνησι πρός τήν ἀγάπη οὔτε πρός τήν ἑνότητα. Εἶναι «ὄχι» πρός τό ψευδές καί «ναί» πρός τήν Ἀλήθεια, πού κρύβει μέσα της ἡ Ἐκκλησία.

Ὅταν οἱ πιστοί διακρίνουν διαφορές, πού ὑπάρχουν μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἑτεροδόξων, δέν σημαίνει ὅτι ἐπιθυμοῦν τό σχίσμα καί τή διαιώνισί του, ἀλλά ζητοῦν τήν ἀληθινή ἑνότητα, τή μόνη σωτήριο γιά ὅλους. Εἶναι ἄρα αὐτό ἕνας σταυρός, πού ὑποφέρουν ἀπό ἀγάπη γιά τούς ἀδελφούς…

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού φάνηκαν «σκληροί» στή διατήρηση τοῦ Δόγματος, εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀγάπησαν περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον τόν ἄνθρωπο. Γιατί γνώρισαν τά ἀπύθμενα βάθη του καί δέν θέλησαν ποτέ νά τόν κοροϊδέψουν μέ τίς συνθηματολογίες ἐφήμερης καί ἀνύπαρκτης ἀγάπης, ἀλλά τόν σεβάστηκαν προσφέροντάς του τό Εὐαγγέλιο τῆς Ἀληθείας, πού χαρίζει τή μακαρία ἐν Ἁγίω Πνεύματι ζωή.

Δέν εἶναι λοιπόν ἡ πιστότης στό Δόγμα στενοκεφαλιά οὔτε ὁ ἀγώνας γιά τήν Ὀρθοδοξία μισαλλοδοξία, ἀλλά ὁ μοναδικός τρόπος ἀληθινῆς ἀγάπης»[1].

Αὐτά συνυπογράφει ὁ Γέροντας Παΐσιος μαζί μέ ἄλλους δύο ἱερομονάχους στήν πρώτη ἐπιστολή.

Τήν δεύτερή του ἐπιστολή ὁ Γέροντας Παΐσιος τήν ἔγραψε κι αὐτή στήν Ι.Μ.Σταυρονικήτα στίς 23-1-1969. Γράφει ὁ ἴδιος: «Ἐπειδή βλέπω τόν μεγάλο σάλο εἰς τήν Ἐκκλησίαν μας, ἐξ αἰτίας τῶν διαφόρων φιλενωτικῶν κινήσεων καί τῶν ἐπαφῶν τοῦ Πατριάρχου (Ἀθηναγόρα) μετά τοῦ Πάπα, ἐπόνεσα κι ἐγώ σάν τέκνον Της καί ἐθεώρησα καλόν, ἐκτός ἀπό τίς προσευχές μου, νά στείλω κι ἕνα μικρό κομματάκι κλωστή (πού ἔχω σάν φτωχός Μοναχός), διά νά χρησιμοποιηθεῖ κι αὐτό, ἔστω γιά μιά βελονιά, διά τό πολυκομματιασμένο φόρεμα τῆς Μητέρας μας… Φαντάζομαι ὅτι θά μέ καταλάβουν ὅλοι, ὅτι τά γραφόμενά μου δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνας βαθύς μου πόνος διά τήν γραμμήν καί κοσμικήν ἀγάπην δυστυχῶς τοῦ πατέρα μας κ. Ἀθηναγόρα. Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μιάν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, πού λέγεται Παπική «Ἐκκλησία», διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δέν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδή εἶναι πολύ σεμνή. Αὐτή ἡ ἀγάπη, πού ἀκούσθηκε ἀπό τήν Πόλι, βρῆκε ἀπήχησι σέ πολλά παιδιά του, πού τήν ζοῦν εἰς τάς πόλεις. Ἄλλωστε αὐτό εἶναι καί τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας: ἡ οἰκογένεια νά χάση τό ἱερό νόημά της, πού ὡς σκοπόν ἔχουν τήν διάλυσιν καί ὄχι τήν ἕνωσιν…

Μέ μιά τέτοια περίπου κοσμική ἀγάπη καί ὁ Πατριάρχης μας φθάνει στή Ρώμη. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά δείξη ἀγάπη πρῶτα σέ μᾶς τά παιδιά του καί στή Μητέρα μᾶς Ἐκκλησία, αὐτός, δυστυχῶς, ἔστειλε τήν ἀγάπη του πολύ μακριά. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἀναπαύσει μέν ὅλα τα κοσμικά παιδιά, πού ἀγαποῦν τόν κόσμο καί ἔχουν τήν κοσμικήν αὐτήν ἀγάπην, νά κατασκανδαλίση, ὅμως, ὅλους ἐμᾶς, τά τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρά καί μεγάλα, πού ἔχουν φόβο Θεοῦ.

Μετά λύπης μου, ἀπό ὅσους φιλενωτικούς ἔχω γνωρίσει, δέν εἶδα νά ἔχουν οὔτε ψίχα πνευματική οὔτε φλοιό. Ξέρουν, ὅμως, νά ὁμιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν, διότι δέν Τόν ἔχουν ἀγαπήσει.

Θά ἤθελα νά παρακαλέσω θερμά ὅλους τους φιλενωτικούς ἀδελφούς μας: Ἐπειδή τό θέμα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι κάτι τό πνευματικόν καί ἀνάγκην ἔχουμε πνευματικῆς ἀγάπης, ἅς τό ἀφήσουμε σέ αὐτούς πού ἀγαπήσανε πολύ τόν Θεόν καί εἶναι θεολόγοι, σάν τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, καί ὄχι νομολόγοι, πού προσφέρανε καί προσφέρουν ὁλόκληρο τόν ἐαυτόν τούς εἰς τήν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας (ἀντί μεγάλης λαμπάδας), τούς ὁποίους ἄναψε τό πῦρ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁ ἀναπτήρας τοῦ νεωκόρου. Ἅς γνωρίζομεν ὅτι δέν ὑπάρχουν μόνο φυσικοί νόμοι, ἀλλά καί πνευματικοί. Ἑπομένως ἡ μέλλουσα ὀργή τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά ἀντιμετωπισθῆ μέ συνεταιρισμόν ἁμαρτωλῶν (διότι διπλήν ὀργήν θά λάβωμεν), ἀλλά μέ μετάνοιαν καί τήρησιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου.

Ἐπίσης ἅς γνωρίσωμεν καλά ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δέν ἔχει καμμίαν ἔλλειψιν. Ἡ μόνη ἔλλειψις, πού παρουσιάζεται, εἶναι ἡ ἔλλειψις σοβαρῶν Ἱεραρχῶν καί Ποιμένων μέ πατερικές ἀρχές. Εἶναι ὀλίγοι οἱ ἐκλεκτοί· ὅμως δέν εἶναι ἀνησυχητικόν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί Αὐτός τήν κυβερνάει… Ὁ Κύριος, ὅταν θά πρέπη, θά παρουσιάση τούς Μάρκους τούς Εὐγενικούς καί τούς Γρηγορίους Παλαμάδες, διά νά συγκεντρώσουν ὅλα τα κατασκανδαλισμένα ἀδέλφια μας, διά νά ὁμολογήσουν τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, νά στερεώσουν τήν Παράδοσιν καί νά δώσουν χαράν μεγάλην εἰς τήν Μητέρα μας».

Πιό κάτω ὁ Γέροντας Παΐσιος μιλᾶ γιά τόν ὀλέθριο κίνδυνο ἀποσχίσεως ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἱδρύσεως ἰδίας Ἐκκλησίας, ἐξαιτίας τῶν φιλενωτικῶν ἀνοιγμάτων, ὅπως ἔκαναν τό 1924 οἱ σχισματικοί Γ.Ο.Χ., Ζηλωτές τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Λέει, λοιπόν:

«Εἰς τούς καιρούς μᾶς βλέπομεν ὅτι πολλά πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας μας, Μοναχοί καί λαϊκοί, ἔχουν δυστυχῶς ἀποσχισθῆ ἀπό αὐτήν ἐξ αἰτίας τῶν φιλενωτικῶν. Ἔχω τήν γνώμην ὅτι δέν εἶναι καθόλου καλόν νά ἀποχωριζόμεθα ἀπό τήν Ἐκκλησίαν κάθε φορᾶν πού θά πταίη ὁ Πατριάρχης· ἀλλά ἀπό μέσα, κοντά στήν Μητέρα Ἐκκλησία ἔχει καθῆκον ὁ καθένας ν’ ἀγωνίζεται μέ τόν τρόπον του. Τό νά διακόψη τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου, νά ἀποσχισθῆ καί νά δημιουργήση ἰδικήν του Ἐκκλησίαν καί νά ἐξακολουθῆ νά ὁμιλῆ ὑβρίζοντας τόν Πατριάρχην, αὐτό, νομίζω, εἶναι παράλογον.

Ἐάν διά τήν α΄ ἤ β΄ λοξοδρόμησι τῶν κατά καιρούς Πατριαρχῶν χωριζώμεθα καί κάνωμε δικές μας Ἐκκλησίες – Θεός φυλάξοι! – , θά ξεπεράσωμε καί τούς Προτεστάντες ἀκόμη. Εὔκολα χωρίζει κανείς καί δύσκολα ἐπιστρέφει. Δυστυχῶς, ἔχουμε πολλές «Ἐκκλησίες» στήν ἐποχή μας.

Δημιουργήθηκαν εἴτε ἀπό μεγάλες ὁμάδες ἤ καί ἀπό ἕνα ἄτομο ἀκόμη…».

Καί καταλήγει ὁ γέροντας αὐτή τήν δεύτερή του ἐπιστολή ὡς ἑξῆς: «Ἅς εὐχηθοῦμε νά δώση ὁ Θεός τόν φωτισμόν Του σέ ὅλους μας καί εἰς τόν Πατριάρχην μας κ. Ἀθηναγόραν, διά νά γίνει πρῶτον ἡ ἕνωσις αὐτῶν τῶν «ἐκκλησιῶν», νά πραγματοποιηθῆ ἡ γαλήνη ἀνάμεσα στό σκανδαλισμένο Ὀρθόδοξο πλήρωμα, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη μεταξύ των Ὀρθοδόξων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν, καί κατόπιν ἅς γίνη σκέψις διά τήν ἕνωσιν μετά τῶν ἄλλων «Ὁμολογιῶν», ἐάν καί ἐφ’ ὅσον εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦν ν’ ἀσπασθοῦν τό Ὀρθόδοξον Δόγμα»[2].

Τελικά, ὅμως, ὁ Γέροντας Παΐσιος ἀπαίτησε καί ἐπέβαλε τή διακοπή τοῦ πατριαρχικοῦ «μνημοσύνου» καί στήν Ι.Μ.Σταυρονικήτα. Αὐτή τή θέση καί στάση τήρησε ὁ Γέρων, μολονότι στήν ἀνωτέρω ἐπιστολή του δέν συνιστοῦσε στίς ἀρχές τοῦ 1969, τήν διακοπή τοῦ «μνημοσύνου», ἀλλά τόν ὀρθόδοξο ἀγώνα ἐντός της Ἐκκλησίας, γιά νά μήν ἐπεκτείνονται τά ἤδη ζηλωτικά σχίσματα.

Στό σημεῖο αὐτό διαπιστώνουμε ὅτι οὐδέποτε ὁ Γέρων Παΐσιος ὑποστήριξε τίς αἱρετικές καί βλάσφημες «γνῶμες» ὅτι δῆθεν τά ἱερά Μυστήρια εἶναι «ἄκυρα» χωρίς τό ἐπισκοπικό «μνημόσυνο», μάλιστα ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος κηρύττει αἵρεση «γυμνή τή κεφαλή». Ἀντίθετα, γνώριζε καί τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ὅπως τοῦ λα΄ Ἀποστολικοῦ καί μάλιστα τοῦ ιε΄ τῆς ΑΒ΄ Συνόδου ἐπί Ἁγίου καί Μεγάλου Φωτίου. Ὅπως ἀκόμη γνώριζε καί τίς θέσεις, στάσεις καί πράξεις τῶν μεγάλων ἁγίων Πατέρων ἔναντι τῶν αἱρετικῶν. Πολύ ὀρθά ἔπραξαν τόσο ὁ Γέρων Παΐσιος ὅσο καί ἄλλοι Ἁγιορεῖτες Πατέρες καί διέκοψαν τή μνημόνευση τοῦ μασώνου καί μεγάλου οἰκουμενιστοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα τήν τριετία 1970-1973. Εἶχαν ἄλλωστε ὁδοδεῖκτες τίς ἀντιπαπικές συνόδους, τήν Η΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἐπί Μ. Φωτίου καί τήν Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἐπί ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, καί τόσους ἁγίους Πατέρες. Ἐκτός ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες, τό μνημόσυνο διέκοψαν τότε καί τρεῖς Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος· ὁ Φλωρίνης Αὐγουστίνος Καντιώτης, ὁ Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος καί ὁ Παραμυθίας Παῦλος. Τό σημαντικό εἶναι ὅτι κανείς, ἀπ’ ὅσους διέκοψαν καί ἔπαυσαν τή μνημόνευση τοῦ πατριάρχη Ἀθηναγόρα, δέν ἀποκόπηκε εἴτε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἴτε ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, οὔτε ἐπέβαλαν τήν διακοπή μνημοσύνου τοῦ πατριάρχου στούς ἄλλους ἐπισκόπους, καταδικάζοντάς τους ὡς αἱρετικούς, οὔτε διακόπηκε ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ἦταν δηλ. ὑπέρ τῆς δυνητικῆς καί ὄχι ὑποχρεωτικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ιε΄ κανόνος τῆς ΑΒ’.

Ἐπίσης, μέγας ἦταν ὁ πόνος τοῦ Γέροντος Παϊσίου, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἔλαβε γνώση τῆς Ρωσικῆς προσκλήσεως γιά συμμετοχή στίς ἑορτές τοῦ ἁγίου Σεργίου τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, ἀντιτάχθηκε σφόδρα. Μάλιστα ἔστειλε σέ πνευματικά του τέκνα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος Ἱερομόναχο καί θεολόγο τῆς Ι.Μ.Σταυρονικήτα μέ τό μήνυμα νά ματαιωθεῖ πάση θυσία ἡ μετάβαση Ἱεροκοινοτικῶν Ἀντιπροσώπων στή Μόσχα. Καί αὐτό νά μή γίνει σιωπηρῶς, ἀλλά μέ ἐπίσημο γράμμα ὁμολογιακό καί ἀποδοκιμαστικό της ἀντορθόδοξης ρωσικῆς ἐνέργειας τῆς μεταδόσεως θείας Κοινωνίας στούς αἱρετικούς Παπικούς. Δόθηκε σκληρή μάχη γιά νά κερδηθεῖ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, τήν ὁποία εἶχε παρασύρει καί παραπείσει ὁμάδα Ἀντιπροσώπων νεωτεριζόντων. Ὅμως, ἡ πρωτοβουλία, τό ὄνομα καί ἡ ἀνυποχώρητη ἐπίμονή του Γέροντος Παϊσίου, μαζί μέ τή δύναμη τῆς προσευχῆς του, ἔφεραν τό καλό ἀποτέλεσμα τῆς συντάξεως καί ἀποστολῆς τοῦ «ἀποκαλυπτικοῦ γράμματος τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος κατά τῆς μεταδόσεως τῆς θείας Κοινωνίας εἰς τούς αἱρετικούς Παπικούς ἀπό τήν Ρωσικήν Ἐκκλησίαν»[3] στίς 27-2-1977.

Γιά νά φανεῖ πόσο εὐαίσθητος καί προσεκτικός ἦταν ὁ Γέροντας Παΐσιος σέ θέματα ἐπικοινωνίας καί συμπροσευχῆς μέ αἱρετικούς, μεταφέρουμε ἐδῶ τό ἑξῆς χαρακτηριστικό περιστατικό :

«Κάποτε, διηγήθηκε ὁ Γέροντας, μοῦ ἦρθαν δύο παπικοί, λατίνοι…

Μοῦ λέει λοιπόν ὁ ἕνας

– Ἔλα νά ποῦμε τό ‘Πάτερ ἠμῶν…’

– Γιά νά τό ποῦμε μαζί, τοῦ εἶπα, πρέπει νά συμφωνοῦμε στό Δόγμα. Ὅμως μεταξύ ἠμῶν καί ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστι. Ὕστερά μου λέει :

– Μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι κοντά στό Θεό καί μόνο αὐτοί θά σωθοῦνε; Ὁ Θεός εἶναι μέ ὅλο τόν κόσμο.

– Ναί, τοῦ εἶπα. Ἐσύ μπορεῖς νά μοῦ πῆς καί πόσος κόσμος εἶναι κοντά στό Θεό; Ἔχουμε λοιπόν διαφορές. Εἴμαστε φυσικά παιδιά τοῦ ἑνός Πατέρα, ἀλλά μερικά μένουν στό σπίτι καί μερικά γυρίζουν ἔξω.

– Νά δείξουμε ἀγάπη, μοῦ λένε μετά.

– Καί ἡ ἁμαρτία ἔγινε μόδα, τούς λέω.

– Καί αὐτό μέσα στήν ἀγάπη εἶναι, μοῦ λένε.

–Όλοι μιλᾶνε γιά ἀγάπη, εἰρήνη καί ὁμόνοια, τούς εἶπα στό τέλος, ἀλλά ὅλοι αὐτοί εἶναι διχασμένοι καί μέ τόν ἑαυτό τους καί μέ τούς ἄλλους. Γι’ αὐτό καί ἑτοιμάζουν ὅλο καί μεγαλύτερες βόμβες.

Πολλοί πού μιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τό Θεό, γιατί δέν τόν ἔχουν ἀγαπήσει οὔτε ἔχουν ἀληθινή ἀγάπη. Ἀγάπη ἀληθινή ἔχει ἐκεῖνος πού ἔχει ὀρθή πίστη, ζῆ κοντά στό Θεό, καί τότε ὁ Θεός ζωγραφίζεται στό πρόσωπό του καί οἱ ἄλλοι βλέπουν στό πρόσωπό του τόν Θεό.

Εὔχομαι ὁ Θεός νά φωτίση ὅλους τους ἀνθρώπους, μέ τούς ὁποίους εἴμαστε κατά σάρκα ἀδέλφια – ἀπό τόν Ἀδάμ καί τήν Εὕα – νά ἔρθουν ‘εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας[4]’, γιά νά γίνουν καί πνευματικά μας ἀδέλφια. Ἀμήν»![5]

Χαρακτηριστικό εἶναι καί τό ἑξῆς περιστατικό: Ὁ τότε Πάπας, ἔχοντας ἀκούσει γιά τήν φήμη τοῦ Γέροντος Παϊσίου, ἔστειλε μερικούς καρδιναλίους στή καλύβη τοῦ γέροντος, γιά νά τοῦ ἀνακοινώσουν ὅτι ὁ Πάπας τόν προσκαλεῖ στή Ρώμη γιά νά συζητήσουν περί δογματικῶν καί ἐκκλησιατικῶν θεμάτων. Ἡ ἀπάντηση τοῦ γέροντα ἦταν ἀποστομωτική: «Ὁ πάπας δέν εἶναι ἕτοιμος ἀκόμη γιά μιά τέτοια συζήτηση. Πρέπει νά ἀποβάλλει τόν ἐγωϊσμό του».

Γιά τή θέση καί τή στάση τοῦ Γέροντος Παϊσίου ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀντλοῦμε πληροφορίες καί ἀπό δύο ἄλλα βιβλία. Τό πρῶτο εἶναι τό βιβλίο «Ἐπιστολές», πού ἔγραψε ὁ ἴδιος, καί τό δεύτερο τό βιβλίο «Λόγοι Α΄. Μέ πόνο καί ἀγάπη γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο».

Στό βιβλίο τοῦ «Ἐπιστολές» ὑπάρχουν σαφεῖς ἀναφορές γιά τίς «ἀρρωστημένες πλάνες» τῶν ἑτεροδόξων ἤ αἱρετικῶν. Γράφει μεταξύ ἄλλων: «Στήν ἐποχή μας, ὅμως, πολλοί ἀπό ἐμᾶς, ἐπηρεαζόμενοι δυστυχῶς ἀπό τήν κοσμική ἀγάπη, πού δέν ἔχει πνευματικό ἀντικρυσμα, πᾶμε δῆθεν νά κάνουμε καλό, νά δώσουμε αἷμα, ἐνῶ τό αἷμα μᾶς εἶναι γεμάτο ἀπό πνευματικά μικρόβια καί βλάπτουμε περισσότερο. Ἐάν ὅμως ζούσαμε Πατερικά, θά εἴχαμε ὅλοι πνευματική ὑγίεια, τήν ὁποία θά ζήλευαν καί ὅλοι οἱ ἑτερόδοξοι καί θά ἄφηναν τίς ἀρρωστημένες τούς πλάνες καί θά σώζονταν δίχως κήρυγμα. Διότι τώρα δέν συγκινοῦνται ἀπό τήν Ἁγία μας Πατερική παράδοση, γιατί θέλουν νά ἰδοῦν καί τήν Πατερική μας συνέχεια, τήν πραγματική μας συγγένεια μέ τούς Ἁγίους μας».

Πιό κάτω λέει: «… Αὐτό πού ἐπιβάλλεται σέ κάθε Ὀρθόδοξο εἶναι νά βάζη τήν καλή ἀνησυχία καί στούς ἑτεροδόξους, νά καταλάβουν δηλαδή ὅτι βρίσκονται σέ πλάνη, γιά νά μήν ἀναπαύουν ψεύτικα τόν λογισμό τους καί στερηθοῦν καί σ’ αὐτήν τήν ζωή τίς πλούσιες εὐλογίες τῆς Ὀρθοδοξίας καί στήν ἄλλη ζωή στερηθοῦν τίς περισσότερες καί αἰώνιες εὐλογίες τοῦ Θεοῦ…»[6].

Στό βιβλίο «Λόγοι Α΄. Μέ πόνο καί ἀγάπη γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο» γράφονται τά ἑξῆς, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀπάντηση στόν διαθρησκειακό οἰκουμενισμό: «…Σήμερα δυστυχῶς μπῆκε ἡ εὐρωπαϊκή εὐγένεια καί πᾶνε νά δείξουν τόν καλό. Θέλουν νά δείξουν ἀνωτερότητα καί τελικά πᾶνε νά προσκυνήσουν τόν διάβολο μέ τά δύο κέρατα. ‘Μία θρησκεία, σοῦ λένε, νά ὑπάρχη’ καί τά ἰσοπεδώνουν ὅλα. Ἦρθαν καί σ’ ἐμένα μερικοί καί μοῦ εἶπαν : Ὅσοι πιστεύουμε στόν Χριστό νά κάνουμε μία θρησκεία’. ‘Τώρα εἶναι σά νά μοῦ λέτε, τούς εἶπα, χρυσό καί μπακίρι (χαλκό) νά τά κάνουμε ἕνα… Ἔγινε τόσος ἀγώνας γιά νά λαμπικάρη τό δόγμα’. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες κάτι ἤξεραν καί ἀπαγόρευσαν τίς σχέσεις μέ αἱρετικό. Σήμερα λένε: Ὄχι μόνο μέ αἱρετικό, ἀλλά καί μέ Βουδδιστή καί μέ πυρολάτρη καί μέ δαιμονολάτρη νά συμπροσευχηθοῦμε. Πρέπει νά βρίσκωνται στίς συμπροσευχές τους καί στά συνέδρια καί οἱ Ὀρθόδοξοι. Εἶναι μιά παρουσία’. Τί παρουσία; Τά λύνουν ὅλα μέ τήν λογική καί δικαιολογοῦν τά ἀδικαιολόγητα. Τό εὐρωπαϊκό πνεῦμα νομίζει ὅτι καί τά πνευματικά θέματα μποροῦν νά μποῦν στήν Κοινή Ἀγορά…»[7].

Ἐν κατακλείδι, ἀπό τά προαναφερθέντα, καθίσταται σαφές ὅτι ἀνέκαθεν ὁ Γέρων Παΐσιος ἦταν κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως καί κατά παντός μοντερνισμοῦ ἤ «νεωτερισμοῦ, ὡς ὑπαγορεύματος τοῦ διαβόλου». Ποτέ δέν ἔλεγε καί δέν ἔγραψε ὅτι «εἴμαστε τό ἴδιο» μέ τούς ἑτεροδόξους καί ὅλα ὅσα ἀνιστόρητα καί ἀντορθόδοξα καί ὄντως «ἀρρωστημένα καί πλανεμένα» ἔχουν πεῖ καί λένε καί γράφουν οἱ παλαιότεροι καί μάλιστα οἱ σημερινοί Οἰκουμενιστές καί φιλενωτικοί.

Ἅς εὐχηθοῦμε ὁ ὅσιος Γέρων Παΐσιος νά στηρίζει μέ τίς προσευχές του καί τήν παρρησία του στόν Κύριό μας τήν ἁγία μας Ὀρθοδοξία. Τήν εὐχή του νά ἔχουμε.

[1] Ὀρθόδοξος Τύπος, (1-3-1969) 4.

[2] Ὅσιος γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης μοναχός, «Ἄγνωστη ἐπιστολή πόνου κατά οἰκουμενιστῶν καί φιλενωτικῶν», Ὀρθόδοξος Τύπος  (9/16-3-2007) 1,5.

[3] Ὀρθόδοξος Τύπος  (30-3-2007) 1,5.

[4] Α΄ Τιμ. 2,4.

[5] Λόγοι Ε΄. Πάθη καί ἀρετές, Σουρωτή Θέσ/κής 2006, σ. 285.

[6] Ἐπιστολές, ἔκδ. 8η, 2004, σσ. 123, 149-150.

[7] Λόγοι Α΄. Μέ πόνο καί ἀγάπη γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, Σουρωτή Θεσ/κης 2006, σ. 347.

ΠΗΓΗ

http://www.romnios.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Χωρίς κατηγορία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: