Daily Archives: 20/02/2018

Κοσμᾶς Φλαμιάτος: “Ἕνας μάρτυρας τῆς Ῥωμηοσύνης”

ΛΟΓΟΣ ΡΩΜΑΙΙΚΟΣ

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ “ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ” (ΑΧΕΛΩΟΣ TV 2017)

ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΛΑΝΟΣ

ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΣΤΟΥΝΤΙΟ – ΚΑΜΕΡΑ: ΦΩΤΗΣ ΒΑΡΔΗΣ

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ: 28/11/17

ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΣ:

Μοναχός Σεραφείμ Ζήσης, μελετητής τῆς Ἐκκλησιαστικής Ἱστορίας

ΣΧΟΛΙΑ:
– Ποιός ἦταν ὁ Κοσμᾶς Φλαμιάτος; Γιατί παραμένει ἄγνωστη ἡ ζωή καί τό ἔργο τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ Ῥωμηοῦ;

– Ποιές ἦταν οἱ συνθῆκες στήν Ἑλλάδα τότε πού ἔζησε; Γιατί κατηγορήθηκε ὡς συνωμοσιολόγος καί ὡς λαϊκιστής; Ποιό ἦταν τό τέλος του ἀλλά καί ἡ παρακαταθήκη του;

– Κατά πόσο ὁμοιάζουν οἱ πολιτικές καί πνευματικές συνθῆκες τῶν χρόνων τοῦ Φλαμιάτου μέ τίς σημερινές;

– Ποιά ἀντίμετρα προτείνει ὁ διδάσκαλος καί μάρτυρας τοῦ Γένους Φλαμιάτος γιἀ τό πολλαπλό κακό τῆς ἐποχῆς του καί ποιό εἶναι τό μήνυμά του γιἀ ἐμᾶς σήμερα;

http://enromiosini.gr/logos_romaiikos/%ce…cf%82/

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Ο Ασκητής – Μια ιστορία χάριτος στην περίοδο της Σαρακοστής!

~ Τα χείλη του μουδιασμένα ζητούσαν νερό. Είχε τρεις μέρες να φάει και να πιει κάτι. Ακολουθίες πολύωρες, μετάνοιες, μελέτη, ο κανόνας στο κελί του, η κατα μόνας αγρυπνία. Όλα μαζί του δίνανε μια μικρή γεύση από την άσκηση των μεγάλων ασκητών της ερήμου που ζούσανε έτσι όχι για μερικές ημέρες αλλά σχεδόν όλη τους την ζωή.

Ήταν τυπικό του μοναστηριού του να κρατούνε τριήμερη -απόλυτη- νηστεία οι πατέρες μέχρι την πρώτη Προηγιασμένη. Ήταν παράδοση να κάνουνε ένα γερό ξεκίνημα στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Δίψα. Αυτό το αίσθημα ήταν φοβερό. Ήταν πλέον Τετάρτη απόγευμα. Η Προηγιασμένη έφτανε στο τέλος της. Έφτανε η στιγμή που μετά από σχεδόν τρεις ημέρες πλήρους νηστείας θα άνοιγε το στόμα του για να φάει. Ο ιερέας κάλεσε τους πιστούς. «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Μια μικρή ζαλάδα τον έκανε να πιάσει την κολόνα του ναού. Ένας ένας οι μοναχοί σαν πουλάκια άνοιγαν το στόμα τους περιμένοντας την μάνα τους Εκκλησία να τα ταΐσει. Ήρθε η σειρά του. Άνοιξε το στόμα του. Ο ιερέας λέγοντας «…εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον» τον μετάλαβε Σώμα και Αίμα Κυρίου. Το στόμα του γέμισε τροφή ουράνια. Για πρώτη φορά, εκείνη την στιγμή κατάλαβε, σαν να είχε κάποια Θεία επίσκεψη, ότι τρώει τον Θεό. Χρόνια μοναχός, εκείνη η στιγμή όμως άνοιξε ο πνευματικός κόσμος μέσα του, μπροστά του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε. Πίστευε όμως τότε κατάλαβε. Κατάλαβε χωρίς εξηγήσεις, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει πώς κατάλαβε.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια του γεμάτος φόβο, χαρά, αγωνία, ειρήνη, πλήρη κατανόηση. Κατακλύστηκε από ευγνωμοσύνη. Απομακρυνθήκε από το Άγιο Ποτήριο. Πήγε και κάθισε και πάλι στο στασίδι του. Τα μάτια του ήταν διαφορετικά. Το κορμί του πλέον στεκόταν όπως οι αγιογραφίες του τοίχου. Ήταν και δεν ήταν πλέον εκεί. Όλα είχανε χαθεί πλέον. Η κούραση, η δίψα, η πείνα, οι λογισμοί, όλα χάθηκαν. Ένα πράγμα κυριαρχούσε πάνω στο είναι του. Αυτή η γεύση του Χριστού.

Η πρώτη Προηγισμένη Θεία Λειτουργία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής μόλις είχε τελειώσει. Καθώς όλοι βγαίνανε από το Καθολικό του μοναστηριού μερικοί πατέρες τον άκουσαν να μονολογεί «πώς είναι δυνατόν να έφαγα εγώ τον Θεό; τί πήρα μέσα μου; έφαγα τον Χριστό, ξεδίψασα από το Αίμα Του, χόρτασα από το Σώμα Του…». Το βήμα του γοργό, λες και βιαζόταν να πάει κάπου. Πρόλαβε και μπήκε στο κελί του. Εκεί μέσα, μόνος του πλέον, γονάτισε. Ούτε το ράσο έβγαλε, ούτε το καλυμαύχι του, ούτε το κουκούλι. Έτσι όπως ήταν γονάτισε χάμο. Άπλωσε τα χέρια του στο ξύλινο πάτωμα, όπως ένας ζητιάνος που ζητά έλεος.Σιωπή. Είχε βραδιάσει για τα καλά. Έμεινε έτσι ώρα αρκετή. Ξάφνου ανασηκώθηκε. «Φτάνει Κύριε…φτάνει» είπε ξεσπώντας σε λυγμούς. «Δεν αντέχω την αγάπη Σου…αποτραβήξου γιατί η καρδιά μου δεν αντέχει».

Οι λυγμοί σιγά σιγά σταμάτησαν, έμεινε με τα σιωπηλά του δάκρυα να διασχίζουν το πρόσωπό του. Έμεινε όρθιος με τα ράσα του, το κουκούλι στραβό πάνω στο καλυμαύχι του, τα μάτια του καθάρια, τα γένια του ανακατωμένα, τα χέρια του τρεμμάμενα.Το κελάκι του να μοσχοβολά ευωδία που πρώτη φορά οσφράνθηκε στην ζωή του. Μα εκεί στα χείλη του ήταν ακόμα αυτή η γεύση του Θεού, αυτή η γεύση που πλέον θα τον συνόδευε για όλη του την ζωή. «Γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος» ήθελε να βροντοφωνάξει σε όλους τους ανθρώπους της γης.

«Ω, Χριστέ μου…θέλω να σε τρώω και να σε πίνω μέχρι να πάψω να υπάρχω», είπε σιγανά και σφράγισε το σώμα του με το σημείο του σταυρού.

Ακούστηκαν κάποιες πόρτες να ανοίγουν. Μετά από λίγο άνοιξε και την δική του πόρτα να δει τι γίνεται. Ξημέρωνε, αυτό είχε γίνει. Όλο το βράδυ πέρασε χωρίς να το αντιληφθεί. Δεν ένιωθε κούραση, δεν ένιωθε πείνα. Ένιωθε ταϊσμένος αιωνιότητα, αφθαρσία. Δυο πατέρες τον συνάντησαν καθώς πήγαιναν στον ναό να τον ετοιμάσουν για την πρωινή ακολουθία. «Τόσο νωρίς πάτερ, ξεκουράστηκες»; τον ρώτησαν πρόσχαροι.Ίσιωσε το κουκούλι του. Τους κοίταξε στα μάτια. Εκείνοι τα χάσανε, σα να βλέπανε κάποιον άλλον άνθρωπο. «Δόξα τω Θεώ, είμαι καλά», είπε και χαμήλωσε το βλέμμα του.

Οι πατέρες κοντοστάθηκαν με απορία, κοιτάχτηκαν αναζητώντας απάντηση σ’αυτό το φωτεινό αλλοιωμένο βλέμμα του αδελφού τους, αλλά δεν συνέχισαν. Πήγανε μέσα στο ναό. Άρχισαν να ανάβουν τα καντήλια. Εκείνος στάθηκε ακίνητος στο μέσο της αυλής. Σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Έκανε τον σταυρό του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε κι αυτός στο ναό για την πρωινή ακουλουθία. Άλλη μια μέρα ξεκίνησε, άλλη μια μέρα πιο κοντά προς την Ζωή, την Αγάπη. Άλλη μια μέρα πιο κοντά στο τέλος που θα’ναι η αρχή.

Καθώς ανέβαινε στο στασίδι του το σώμα του ανατρίχιασε ολάκερο σα να απεκδυόνταν όλο αυτό το βίωμα. Χαμογέλασε συγκαταβατικά. «Μέχρι την άλλη φορά λοιπόν…» ψέλισε και έβγαλε το κομποσχοίνι από την τσέπη του ζωστικού του. Το τάλανο χτύπησε, η καμπάνα ήχησε. Άρχισαν να εισέρχονται στο Καθολικό οι πατέρες με τάξη και ησυχία. Οι μοναχοί πήρανε τις θέσεις τους. Ο εφημέριος φόρεσε το πετραχήλι του και έβαλε «Ευλογητός».

Στεκόταν στο στασίδι του και με το βλέμμα του κοιτούσε έναν έναν τους πατέρες. «Αραγε, πόσοι αδελφοί βίωσαν κάτι τέτοιο που εγώ για πρώτη φορά βίωσα χθες…» αναρωτήθηκε. Εκείνη τη στιγμή, ένας αδελφός περνούσε από μπροστά του. Σταμάτησε. Γύρισε προς το μέρος του, του έπιασε το χέρι. «Μην τα αναλύεις πολύ…αυτά είναι πράγματα του Θεού…» είπε πραεία τη φωνή και πήγε προς το αναλόγιο για να διαβάσει το Κάθισμα του Ψαλτηρίου.

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή μόλις είχε αρχίσει. Άλλη μια πορεία για την Ανάσταση που εφέτος ήρθε από την αρχή…

πηγή: apantaortodoxias

https://simeiakairwn.wordpress.com/2018/02/20/…%cf%81/

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Η εταιρεία που έφτιαχνε δρόμους και έθαβε από κάτω όποιον εργάτη πέθαινε

Η εταιρεία που έφτιαχνε δρόμους και έθαβε από κάτω όποιον εργάτη πέθαινε 

Πάνω από την επιφάνεια της γης, τα σχεδόν μόνιμα παγωμένα εδάφη της τάιγκας του ρωσικού βορρά. Κάτω από την επιφάνεια, όμως, τα πλουτοπαραγωγικά ορυχεία
χρυσού της Τσουκόκτα – η Ρωσική Άπω Ανατολή έφερνε πολλά λεφτά στην ΕΣΣΔ. Και ποιοι – καταλληλότεροι (;)- για να φέρουν σε πέρας μια τόσο σκληρή εργασία από τους κρατουμένους στα ρωσικά στρατόπεδα συγκέντρωσης (και εξόντωσης) τα Γκουλάγκ…

Η Νταλστρόι είναι γνωστή και ως το Κατασκευαστικό Trust του Απώτερου Βορρά. Επρόκειτο ουσιαστικά για μια κρατική εταιρεία (και βέβαια θα ήταν παράδοξο να υπήρχε κάτι διαφορετικό στην ΕΣΣΔ) που συστήθηκε για να εκμεταλλεύεται την καταναγκαστική εργασία όσων απέμεναν ζωντανοί στα ρωσικά Γκουλάγκ.

Ιδρύθηκε το 1931 και ήταν υπό τον έλεγχο της Σοβιετικής NKVD, της προκατόχου της KGB. Σκοπός της εταιρείας – τραστ ήταν η κατασκευή δρόμου και η λειτουργία των χρυσωρυχείων στην περιοχή του ποταμού Κολιμά. Το όνομα Κολιμά ταυτίστηκε με το στρατόπεδο εξόντωσης του Αρκτικού Βορρά.

Όσοι φυλακισμένοι στα ρωσικά στρατόπεδα κατάφερναν να επιβιώσουν εξαναγκάζονταν να βγουν στο παγωμένο έδαφος και να σκάψουν προκειμένου να φτιάξουν το δρόμο πάνω στον οποίο θα μεταφερόταν η παραγωγή χρυσού από τα χρυσωρυχεία.

Ο δρόμος που κατασκευάστηκε από τους φυλακισμένους, έφτασε συνολικά τα 2.032 χλμ σε μήκος και έμεινε γνωστός ως Ο Δρόμος Των Οστών, αφού κάθε κατάδικος που πέθαινε εν ώρα κατασκευής του δρόμου θαβόταν επί τόπου κάτω από το οδόστρωμα. Κάθε χρόνο, δεκάδες έως και εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι της Νταλστρόι (δηλαδή οι κρατούμενοι στα Γκουλάγκ) έχαναν τη ζωή τους επί τω… έργω.

Υπό την Νταλστρόι η «επικράτεια» που δούλευαν καταναγκαστικά οι καταδικασμένοι και ανεπιθύμητοι από το καθεστώς έφτασε σε έκταση τα 3.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Η Νταλστρόι αναδείχτηκε σε μια υπερ – επιχείρηση που διαχειριζόταν τα πάντα: τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, τους φυλακισμένους σε αυτά και την τύχη τους, κάθε οικονομική δραστηριότητα, τα εδάφη της περιοχής!

Η αιματοβαμμένη επιχείρηση μάλιστα αύξησε τους «τζίρους» της, αυξάνοντας το εργατικό δυναμικό της, το οποίο απομυζούσε κυριολεκτικά: έφτιαξε συνολικά 80 Γκουλάγκ τα οποία γέμισαν με φυλακισμένους και εργάτες (για τη Νταλστρόι).

Μέσα στα χρόνια, η δομή της κρατικής Νταλστρόι έγινε εξαιρετικά περίπλοκη όχι μόνον λόγω της τεράστιας επικράτειας που εκτείνονταν οι δραστηριότητες της (3.000.000 τετραγωνικά χλμ όπως προαναφέρθηκε) αλλά και των αρμοδιοτήτων που της ανατέθηκαν: από κατασκευές υποδομών, τη λειτουργία των ορυχείων, τις γεωλογικές έρευνες που διεξήγε, τα λιμάνια που φτιάχτηκαν στον ποταμό Κολιμά και τους υδάτινους δρόμους μεταφοράς του χρυσού, τα λιμάνια στην αρκτική θάλασσα, τις σιδηροδρομικές γραμμές μέχρι το Βλαδιβοστόκ.

Όπως μαρτυρούν τα απομνημονεύματα των φυλακισμένων στα ρωσικά Γκουλάγκ, ο εκάστοτε διοικητής της Νταλστρόι ήταν ουσιαστικά ο απόλυτος μονάρχης της τεράστιας περιοχής του σοβιετικού βορρά.

Μετά το θάνατο του Γιόζεφ Στάλιν, το 1953, η Νταλστρόι αναδιοργανώθηκε και τελικά η υπερ – εταιρεία απέμεινε μια αμιγώς οικονομική επιχείρηση.

ΠΗΓΗ

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Αρέσει σε %d bloggers: