Daily Archives: 04/08/2018

Να τι σημαίνει ανάληψη πολιτικής ευθύνης…

Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός.

Παρακολουθήσαμε, όσοι ακόμη αντέχουμε, το λεγόμενο «υπουργικό συμβούλιο», ακούσαμε την αγραβάτωτη ανικανότητα να ψελλίζει και να σιαλίζει, με κατεβασμένα τα μούτρα, κάτι αερόφουσκες, περί πολιτική ευθύνης.

Τα γνωστά κούφια καρύδια, δηλαδή…

Τι σημαίνει ανάληψη πολιτικής ευθύνης;

Απαντώ.

18 Απριλίου 1941. Μεγάλη Παρασκευή. Οι Γερμανοί, οι κτηνάνθρωποι του Χίτλερ, δηώνουν, λεηλατούν και δολοφονούν την Πατρίδα μας. Ο διαπρεπής, εντιμότατος και εύθικτος πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κοριζής, μετά την συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, πήγε στο σπίτι του και αυτοκτόνησε. Δεν άντεξε το στίγμα, επί πρωθυπουργίας του, μετά από 120 έτη η Πατρίδα να σκλαβωθεί. Δεν παραιτήθηκε, αυτοκτόνησε.

Θα αντιτείνει κάποιος: Έπρεπε να αυτοκτονήσει ο αγραβάτωτος πρώην καταληψίας; ΄

Όχι. Αλλά να παραιτηθεί.

Τι σημαίνει ανάληψη πολιτικής ευθύνης από πρωθυπουργό;

Έτερο παράδειγμα.

8 Νοεμβρίου 1901. Μπροστά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, γίνονται συγκρούσεις ανάμεσα σε διαδηλωτές και την αστυνομία.

Τα γεγονότα εκείνα πέρασαν στην ιστορία ως «Ευαγγελιακά», γιατί αφορμή τους υπήρξε η μετάφραση του Ευαγγελίου στην δημοτική γλώσσα. Η αφορμή, γιατί οι αιτίες ήταν βαθύτερες και κυρίως η σύγκρουση Γερμανίας και Ρωσίας για την επιρροή στα Βαλκάνια.

Τέλος πάντων, κατά την διάρκεια των ταραχών, τρεις φοιτητές και επτά πολίτες πέφτουν νεκροί από σφαίρες αστυνομικών και τραυματίζονται ογδόντα περίπου άνθρωποι. Στις 10 Νοεμβρίου του 1901, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης, σε θυελλώδη συνεδρίαση της Βουλής, κερδίζει ψήφο εμπιστοσύνης. Όμως την επομένη ημέρα, για λόγους ευθιξίας, υπέβαλε την παραίτησή του. Δεν παραιτήθηκε ο υπουργός αλλά ο πρωθυπουργός, ο οποίος ποτέ δεν έδωσε διαταγή να πυροβοληθούν οι διαδηλωτές. Ανάληψη πολιτικής ευθύνης για τον Θεοτόκη σήμαινε παραίτηση. Δεν μπορούσε να αντέξει το βάρος των δέκα αδικοχαμένων πολιτών. Εδώ ξεπερνούν τους εκατό…

Πριν προχωρήσω σε άλλες αναλήψεις γενναίας και πραγματικής πολιτικής ευθύνης, να σημειώσω κάτι για την λέξη «ευθύνη» και την ιστορία της. Ετυμολογικώς η λέξη παράγεται από το ρήμα είμι (με ψιλή και περισπωμένη), που σημαίνει πορεύομαι, θα έλθω. Από το θέμα αυτού του ρήματος, παράγεται και το επίθετο ιθύς, ευθύς, που είναι ο ίσιος, ο ευθύς χαρακτήρας, σε αντίθεση με τον στρεψόδικο. Ευθύνη σημαίνει ιθύνω, δηλαδή, ισιάζω, διευθύνω εις λογοδοσίαν, φέρω, διοικώ. (ο ιθύνων νους).

Αναλαμβάνω την ευθύνει σημαίνει ότι κυβερνώ, είμαι υπεύθυνος (υπό+ευθύνη), έχω την δυνατότητα επιλογών, αλλιώς είμαι ανεύθυνος.

Τώρα. Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία όλοι οι αξιωματούχοι υποβάλλονταν σε «δοκιμασία» στην βουλή πριν ανακηρυχθούν, ελέγχονταν η ικανότητα και το ήθος τους. Αλλά και όταν τελείωνε η θητεία τους έπρεπε να λογοδοτήσουν για τα πεπραγμένα τους και κυρίως εκείνοι, που διαχειρίζονταν δημόσιο χρήμα. Ήταν η περίφημη «εύθυνα» (και όλοι διακατέχονταν από τον τρόμο της ευθύνης-«τρέμων της ευθύνης, απολύσαι», γράφει ο Αριστοφάνης στις «Σφήκες», στ. 571).

Ο αξιωματούχος έπρεπε, τελειώνοντας την θητεία του, να είναι «μη πλησιώτερος αλλά ενδοξότερος» κατά τον Ισοκράτη. Μάλιστα κατά τον Αριστοτέλη στο έργο του «Αθηναίων Πολιτεία» (σ.69.10), υπήρχαν και δέκα άνδρες, οι εύθυνοι-«κληρούσι και ευθύνους ένα της φυλής εκάστης», που επιτηρούσαν και δίκαζαν τα …λαμόγια και τις κοπριές της εποχής. Όσοι καταδικάζονταν για ατασθαλίες και εγκληματικές πράξεις, χαρακτηρίζονταν «άτιμοι».

Και η «ατιμία» ισοδυναμούσε με ηθική εκμηδένιση, παρεμφερή με τον θάνατο. Με διασυρμό μάλιστα απειλούνταν όχι μόνον οι ίδιοι αλλά και τα παιδιά τους. Η απειλή της «ατιμίας» για ολόκληρη την οικογένεια χαλιναγωγούσε τους φαύλους γεννήτορες. Με βάση τα αρχαία δεδομένα είναι ή δεν είναι «άτιμοι» οι σημερινοί αξιωματούχοι;

Ανύπαρκτοι, ανίκανες μετριότητες, που στήνουν φθηνές παραστάσεις, βάζοντας και βγάζοντας γραβάτες, ενώ ο λαός «τηγανίζεται» από την φρίκη.

Ας επανέλθουμε, όμως, σε παραιτήσεις πρωθυπουργών για λόγους ευθιξίας και πολιτικής τιμιότητας.

18 Αυγούστου 1950. Κυβέρνηση συνεργασίας με πρωθυπουργό τον σπουδαίο Νικόλαο Πλαστήρα. Πράος άνθρωπος και ευθύς χαρακτήρας ο Πλαστήρας, προωθεί «μέτρα ειρηνεύσεως» του τόπου και προτείνει την κατάργηση της θανατικής ποινής. Δεν πέρασε και παραιτήθηκε, διότι όπως δήλωσε στην Βουλή «εδημιουργήθη κυβερνητική κρίσις διότι εις μίαν θρησκευτικήν εορτήν επανέλαβα το ειρήνη υμίν του Ιησού, διά το οποίο Εκείνος κατεδικάσθη από τους τότε Γραμματείς και Φαρισαίους». (Θα το γράψω κι ας φανείς απλοϊκό: Ο Πλαστήρας ήταν πιστός άνθρωπος, με ήθος ορδόδοξο. Καημό το έχω και πολλοί άλλοι να δούμε πρωθυπουργό της Ελλάδας, ο οποίος να βγει στο βήμα της Βουλής και να πει, κάνοντας τον σταυρό του, «δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον και σώσον ημάς». Αυτό και τίποτε άλλο. Βαρεθήκαμε, σιχαθήκαμε τους άθεους, τους αλιβάνιστους, τους μασόνους, τους νεοεποχίτες με γκουρού και αστρολόγους και λοιπούς κακόσχολους τζιτζιφιόγκους, που βλέπουν την Εκκλησία ως εκλογική κάλπη. ).

Θρηνούμε όλοι μας για το μεγάλο κακό στην Αττική. Θρηνούμε και θλιβόμαστε για την δύσμοιρη Πατρίδα μας. Διαλυμένο κράτος. Χωρίς ηγεσία πολιτική, στρατιωτική και, ας μου επιτραπεί, εκκλησιαστική. Σάβανα, που δεν αφήνουν την Πατρίδα να αναπνεύσει είναι όλες οι αγραβάτωτες, και μη, μετριότητες. Μέσα στις ευφρόσυνες, γι’ αυτούς αυταπάτες, ετοίμαζαν γιορτές για την δήθεν έξοδο από την κρίση.

Η κρίση, η πραγματική, είναι οι ίδιοι που βυθίζουν τον λαό από τραγωδία (προδοσία της Μακεδονίας) σε τραγωδία (φονικές πυρκαγιές).

Δάσκαλος σε μικρά παιδιά είμαι και τα βλέπω όταν περιπέσουν σε κάποιο ελάχιστο παράπτωμα, μία ανώδυνη αταξία, σκύβουν το κεφάλι και το πρώτο πράγμα που λένε είναι: «Συγγνώμη, κύριε». Τούτοι οι αναιδείς πτωχοαλαζόνες δεν το έπραξαν. Αυτό δεν θα ξεχαστεί, όταν αναλάβει ο λαός την πολιτική ευθύνη και γλυτώσουμε για πάντα από την κρίση, τον πολιτικό κόσμο και υπόκοσμο….

Δημήτρης Νατσιός

δάσκαλος-Κιλκίς

http://www.antibaro.gr/article/19827

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Δήμαρχος Μύκης, Τζεμίλ Καπζά: «μόνο Τούρκους βοηθάω»! Οι περήφανοι Πομάκοι δεν εγκαταλείπουν

Σχολιάστε

Filed under ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Ἡ Παναγία, τό λάδι καί τό ψωμί – Μία ἀληθινή ἱστορία

Γιάννη Πρόφη λαογράφου-συγγραφέα

REUHJRH4Ἡ κυρα-Μαρία, ἡ «Καραβίδαινα», νεωκόρος, «κλησάρισσα» στὴν ἐνορία τῆς «Παναγίας τοῦ Κουρσαλᾶ» στὸ Κορωπί, μπῆκε στὴν παγωμένη ἐκκλησιὰ ἐκεῖνο τὸ βροχερὸ χειμωνιάτικο ἀπόγευμα τῆς Κατοχῆς. Ἡ ἐκκλησιὰ ἦταν σκοτεινὴ καὶ ἔρημη. Τὸ λιγοστὸ φῶς ποὺ ἔμπαινε ἀπὸ τὰ πλαϊνὰ παράθυρα δὲν ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ φωτίσει τὸ μέσα μέρος της, στὴ μεριὰ τοῦ τέμπλου. Οὔτε καντήλι οὔτε κερὶ ὑπῆρχε ἀναμμένο. Ποῦ νὰ βρεθεῖ λάδι; Εἶχε περάσει σχεδὸν μία βδομάδα καὶ τὰ καντήλια ἦταν ὅλα σβηστά. Κι ἡ ἴδια ἡ κλησάρισσα, χήρα γυναῖκα, ἤτανε νηστικιὰ ἐδῶ καὶ τρεῖς μέρες. Δὲν εἶχε λίγο ψωμὶ νὰ βάλει στὸ στόμα της, οὔτε ξεροκόμματο. Καμμιὰ δουλειὰ δὲν εἶχε νὰ κάνει στὴν ἐκκλησιὰ ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα ἡ κυρὰ-Μαρία. Τὶς δουλειὲς τὶς εἶχε κάνει ὅλες ἀπὸ τὸ πρωί. Στὴν ἐκκλησιὰ μπῆκε μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κάνει παρέα στὴ φιλενάδα της, τὴν Παναγία τοῦ τέμπλου, καὶ νὰ κλάψει τὸν πόνο της. Πῆρε ἕνα σκαμνί, κάθισε μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα καὶ βυθίστηκε στὶς σκέψεις της. Ἡ εἰκόνα ἤτανε σκοτεινή, μόνο ἕνα ἀντιφέγγισμα στὸ ἀσημένιο της φωτοστέφανο φαινόταν. Κι ἄλλες φορὲς εἶχε καθίσει ἔτσι κοντὰ στὴν Παναγία, ἀλλὰ τότε ἡ εἰκόνα ἤτανε φλύαρη, τῆς μιλοῦσε καὶ τῆς ἔλεγε πολλά.

Σήμερα ὅμως ἦταν ἐντελῶς σιωπηλὴ καὶ ἀμίλητη. Ἡ κυρα-Μαρία κατάλαβε: Ἡ Παναγία ἤτανε στενοχωρημένη, γιατί τὸ καντήλι της ἤτανε σβηστό. Σηκώθηκε ἀπὸ τὸ σκαμνὶ καὶ γονάτισε μπροστά Της. Σὰ βρύση τρέξανε ἀπὸ τὰ μάτια τῆς τὰ δάκρυα. «Ἄχ, Παναγιά μου ἀσημένια (1) , ψιθύρισε, κᾶνε τὸ θᾶμα σου! Στεῖλε μου λίγο λάδι νὰ σ΄ ἀνάψω τὸ καντήλι σου, γιατί κι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σὲ βλέπω νἆσαι μέσα στὸ σκοτάδι. Μοῦ μαυρίζει ἡ καρδιά μου… Ὅσο γιὰ μένα, ἕνα μικρὸ κομματάκι ψωμὶ μοῦ φτάνει… Ἐσὺ ὅλα τὰ μπορεῖς, κᾶνε τὸ θᾶμα σου!…» Ἐδῶ ἡ κυρα-Μαρία τελείωσε τὴν προσευχή της, σηκώθηκε ὄρθια, σκούπισε τὰ δάκρυά της καὶ περίμενε ἀπόκριση. Περίμενε, περίμενε, ἀλλὰ τίποτα, ἄκρα σιωπή, οὔτε ἕνας ψίθυρος δὲν ἀκούστηκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα. Ἀπελπίστηκε ἡ κυρα-Μαρία. Ἔπιασε τὸ κεφάλι της ἀνάμεσα στὶς παλάμες της καὶ θρήνησε: «Ἄχ, Παναγιά μου ἀσημένια, ξανάπε, μόι! πῶς καταντήσαμε ἔτσι ἐμεῖς οἱ δύο; Ἐσὺ χωρὶς λάδι κι ἐγὼ χωρὶς ψωμί (2) …» Πῆγε καὶ ξανακάθισε στὸ σκαμνὶ καὶ περίμενε μήπως ἀκούσει κάτι.

Ἀσημένια Παναγία, εἰκὼν τέμπλου Ἱ. Μ. Βηθλεὲμ Κορωπίου Ἀττικῆς

Κι ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα τόσο τὴν ἔπνιγε ἡ ἀπελπισία. «Δὲν μπορεῖ, κάτι θὰ γίνει», σκέφτηκε σὲ μία στιγμή, γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν ἑαυτό της. Καὶ νά, μέσα σ’ αὐτὴ τὴ σιωπή, κάτι τῆς φάνηκε ὅτι ἄκουσε, σὰν κάποιος νὰ γύρισε τὸ χερούλι τῆς πόρτας. Ἀλλὰ ὁ ἦχος ἤτανε τόσο ἐλαφρὺς καὶ σιγανός, ποὺ νόμισε ὅτι τ’ ἀφτί της τὴν ξεγέλασε. Δὲν ἔδωσε σημασία καὶ παραδόθηκε καὶ πάλι στὶς μαῦρες σκέψεις της. Ὅμως τώρα τῆς φάνηκε πὼς ἄκουσε μέσα στὴν ἐκκλησιὰ ἀνάλαφρα βήματα, σιγανὰ καὶ ἤρεμα, ποὔρχονταν πρὸς τὸ μέρος της. Γύρισε καὶ κοίταξε πίσω της. Εἶδε μία σκοτεινὴ γυναικεία μορφὴ μὲ μαντήλι στὸ κεφάλι. Τρόμαξε λίγο, μὰ ἀμέσως μπόρεσε νὰ ξεχωρίσει στὸ πρόσωπο τῆς γυναίκας ἕνα μικρὸ χαμόγελο καὶ ἡσύχασε. «Κάποια γνωστὴ θἆναι», σκέφτηκε κι ἀμέσως ρώτησε: «Ποιά εἶσαι, θέλεις τίποτα;» Ἡ ἀπόκριση ἦρθε ἀμέσως: «Ἡ Κοῦλα εἶμαι, Μαρία μου… Ἡ Κοῦλα τοῦ Ἠλία τοῦ Πρόφη… Εἶναι σκοτάδι ἐδῶ μέσα, γι’ αὐτὸ δὲν μὲ γνώρισες… «Ἄ, ἡ Κοῦλα εἶσαι; Καλῶς τηνε…», τῆς εἶπε ἡ κλησσάρισσα καὶ συνέχισε: «Καὶ πῶς ἦρθες τέτοια ὥρα ἐδῶ, μόι Κοῦλα; Ἀπόψε δὲν ἔχουμε λειτουργία…». «Τὸ ξέρω, ἀλλὰ ἦρθα νὰ σοῦ φέρω αὐτά», εἶπε ἡ γυναῖκα κι ἀμέσως ξεκρέμασε ἕνα μικρὸ ταγάρι ποὖχε στὸν ὦμο της καὶ τὄδωσε στὴν κλησάρισσα. «Καὶ τί ’ναι αὐτὰ ποὺ ἔφερες;», ξαναρώτησε αὐτὴ μὲ λαχτάρα καὶ τὸ μυαλό της πῆγε στὸ λάδι καὶ στὸ ψωμί. «Σοῦ ‘φερα ἕνα μικρὸ μπουκάλι μὲ λάδι καὶ μισὸ καρβέλι ψωμί, ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔψησα σήμερα στὸ φοῦρνο», ἀπάντησε ἡ Κοῦλα. «Καὶ πῶς σηκώθηκες νἄρθεις ἐδῶ, μόι Κοῦλα, μὲ τέτοιο νερόχιονο ποὺ ρίχνει ἔξω;», ρώτησε αὐτὴ παίρνοντας στὰ χέρια της τὸ ταγάρι. Ἡ Κοῦλα κάθησε καὶ σκέφτηκε, δὲν εἶχε ἕτοιμη ἀπάντηση νὰ δώσει, ἀλλὰ στὸ τέλος τὴ βρῆκε: «Δὲν ξέρω, ἀλλὰ νά, ἐκεῖ ποὺ καθόμουνα στὸ τζάκι μόνη μου, σὰν κάποιος νὰ μὲ ἔσπρωξε καὶ νὰ μοῦ ’πε: Σήκω καὶ πήγαινε στὴν Παναγία, νὰ δώσεις λάδι καὶ ψωμὶ στὴ Μαρία τὴν κλησάρισσα. Γι’ αὐτὸ σοῦ τὰ ἔφερα…». Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια ἡ κυρα- Μαρία ταράχτηκε. Τὰ μάτια της πλημμύρισαν καὶ πάλι μὲ δάκρυα. Πῆγε μπροστὰ στὴν εἰκόνα κι ἔκανε ἀμέτρητα σταυροκοπήματα. Κι εὐχαριστοῦσε τὴν Παναγία μὲ λόγια ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει κανείς. Κι ὅταν τελείωσε, γύρισε καὶ εἶπε στὴν Κοῦλα: «Ἐγὼ ξέρω, μόι Κοῦλα, ποιός σ’ ἔστειλε. Νά, αὐτὴ ἡ Παναγία, ἡ Ἀσημένια, σ’ ἔστειλε. Τὴν ὥρα ποὺ ἐσὺ καθόσουνα στὸ τζάκι, ἐγὼ ἔκανα προσευχὲς καὶ τῆς ζητοῦσα νὰ κάνει τὸ θᾶμα Της, νὰ στείλει λίγο λάδι ν’ ἀνάψω τὸ καντήλι Της καὶ μία μπουκιὰ ψωμὶ γιὰ νὰ φάω κι ἐγώ… Καὶ νὰ ποὺ ἔκανε τὸ θᾶμα… Ἔστειλε ἐσένα νὰ τὰ φέρεις… Σ’ εὐχαριστῶ, Παναγία μου, καὶ σένα Κοῦλα μου!». Ἡ Κοῦλα δάκρυσε τώρα ἀπὸ χαρά. Δὲν τολμοῦσε οὔτε νὰ τὸ φανταστεῖ πὼς ἡ Παναγία τὴν εἶχε διαλέξει νὰ ἐκτελέσει τὴν ἐπιθυμία Της. Ἤτανε πολὺ μεγάλη αὐτὴ ἡ τιμὴ ποὺ τῆς ἔκανε. Πῆγε καὶ γονάτισε μπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ μὲ τὴ μελωδική της φωνὴ ἔψαλε ταπεινὰ μία προσευχή: «Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι…». «Ἔλα τώρα  ν’ ἀνάψουμε τὸ καντήλι της, ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν ἔχουμε σπίρτα», εἶπε τώρα ἡ κλησάρισσα στὴν Κοῦλα. «Φέρε ἐσὺ τὸ καντήλι καὶ σπίρτα ἔχω ἐγὼ μαζί μου», ἀπάντησε αὐτή.

Ἔβαλε ἡ κυρὰ Μαρία τὸ σκαμνὶ κάτω ἀπὸ τὴν καντῆλα, ἀνέβηκε πάνω καὶ κατέβασε τὸ ποτῆρι τοῦ καντηλιοῦ. Ἡ Κοῦλα τὸ γέμισε μὲ λάδι. Βάλανε καινούργιο λουμίνι, τὸ ἀνάψανε καὶ ἡ κυρα-Μαρία ἀνέβηκε καὶ πάλι πάνω στὸ σκαμνὶ καὶ ξανάβαλε τὸ ποτήρι στὴ θέση του. Ἀνάψανε μετὰ καὶ τὸ καντήλι τοῦ Χριστοῦ, δεξιὰ ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη. Ἡ ἐκκλησιὰ φωτίστηκε ὁλόκληρη. Ποτὲ ἄλλοτε δὲν τὴν εἴχανε δεῖ τόσο φωτισμένη. Ἡ Παναγιὰ στὴν εἰκόνα τῆς φαινότανε τώρα εὐχαριστημένη. Στὰ χείλη τῆς διακρίνανε ἕνα μικρὸ χαμόγελο. Ἡ ἐκκλησιὰ ζεστάθηκε ἀπότομα κι ἡ παγωνιὰ κι ἡ θλίψη ἐξαφανίστηκαν. Οἱ δύο γυναῖκες γονάτισαν τώρα μαζὶ μπροστὰ στὴν Παναγιὰ καὶ ψιθύριζαν προσευχές. Ἔψαλαν στὸ τέλος, «Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Σηκώθηκαν μετὰ ὄρθιες, φίλησαν τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ στάθηκαν ἀρκετὴ ὥρα νὰ τὶς κοιτάζουν. «Τώρα ἂς πηγαίνουμε», εἶπε σὲ κάποια στιγμὴ ἡ κυρα-Μαρία.

Ἡ κ. Κοῦλα

Κάνανε γιὰ τελευταία φορὰ τὸ σταυρό τους, προχώρησαν μαζὶ πρὸς τὰ ἔξω κι ἔκλεισαν τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς. Τώρα ἔξω εἶχε σκοτεινιάσει ἐντελῶς. Χαιρετηθήκανε, φιληθήκανε κι ἡ κάθε μία ἑτοιμάστηκε ν’ ἀναχωρήσει γιὰ τὸ σπίτι της. «Νἆσαι καλά, μόι Κοῦλα, ποὺ ἦρθες, γιατί πῆρες ἀπὸ πάνω μου μεγάλη σταναχώρια. Ἀπόψε θὰ κοιμηθῶ ἥσυχη», εἶπε ἡ κλησάρισσα. «Δὲν ἔκανα καὶ τίποτα σπουδαῖο, ἀλλὰ θέλω νὰ μὴν πεῖς σὲ κανένα τίποτα», ἀπάντησε ἡ ἄλλη φεύγοντας. «Ἔννοιά σου καὶ δὲν θὰ τὸ πῶ», τὴν καθησύχασε ἡ κυρα-Μαρία. Ἡ κλησάρισσα δὲν κράτησε τὸν λόγο της. Κάποτε διηγήθηκε αὐτὸ ποὺ συνέβη στὴ θεῖτσα Ἑλένη τοῦ Λουκᾶ τοῦ Πρόφη. Κι ἐκείνη τὸ εἶπε στὶς κόρες της. Κι οἱ κόρες της μᾶς τὸ διηγήθηκαν ὅταν ἔγινε τὸ μνημόσυνο τῆς μαμᾶς, σαράντα μέρες μετὰ τὸν θάνατό της καὶ πενήντα χρόνια μετὰ τὸ γεγονός. Ὅλοι τότε νιώσαμε νὰ γεμίζει ὁ ἀέρας γύρω μας μὲ μίαν «ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς».

 

1. Ἀρβανίτικα: Shërmëri ergjënde= Παναγία ἀσημένια.

2. Ἀρβανίτικα: Ti pa val edhe u pa bukë= Ἐσὺ χωρὶς λάδι κι ἐγὼ χωρὶς ψωμί.

Ἀναδημοσίευση ἀπό 11-8-2016

http://enromiosini.gr/arthrografia/%…e%b9/

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Μπήκα στην αληθινή Εκκλησία του Θεού

σχόλιο Γ.Θ : Αχ αδέρφια… αν βλέπανε την ευτυχία του Παραδείσου στα πρόσωπά μας οι αλλόδοξοι, όλοι θα γινόντουσαν Ορθόδοξοι

Ἕνα ἀπόγευμα ἦλθε στήν ἐκκλησία μας ἕνα σεμνό καί ντροπαλό παιδί. Μετά τόν Ἑσπερινό μιλήσαμε μαζί.

Τίς ἐμπειρίες του τίς ἔγραψε ὅ ἴδιος στό χαρτί καί ἤδη τώρα σᾶς τίς παρουσιάζω μεταφρασμένες:

«Ἀγαπητοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί,

Μέ μεγάλη χαρά σᾶς γράφω σήμερα γιά νά σᾶς γνωστοποιήσω τήν χαρά πού ἔζησα τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς μου.

Εἶμαι μπουρουντέζος.

Πρίν ἤμουν καθολικός. Οἱ γονεῖς μου καί τ᾿ ἀδέλφια μου παραμένουν ἀκόμη καθολικοί.

Μία ἡμέρα περπατοῦσα στήν πόλι, ἔξω ἀπό τήν ὁδό πού εἶναι ἡ ἐκκλησία Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς Κοινότητος τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν. Ἄκουσα νά κτυπᾶ ἡ καμπάνα καί νόμισα ὅτι καλοῦσε καί μένα νά μπῶ μέσα σ’αὐτή τήν ἐκκλησία. Πράγματι, τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ ὡδήγησε στό ἐσωτερικό τοῦ ναοῦ ὅπου προσευχήθηκα μαζί μέ ἄλλους Χριστιανούς. Μετά ζήτησα ἀπό τόν μοναχό-ἱεραπόστολο π. Δ. νά μοῦ ἐξηγήσει τίς διαφορές μέ τήν καθολική «ἐκκλησία». Μιλήσαμε μαζί. Μοῦ ἔδωσε καί βιβλία καί κατάλαβα ὅτι ἐδῶ βρῆκα τήν ἀληθινή θρησκεία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι καί ἡ αἰτία πού μέ ὤθησε νά βαπτισθῶ.

Μετά τήν βάπτισι, ἐκείνη ἡ ἡμέρα καθώς καί οἱ ἄλλες, λιγώτερο βέβαια, ἦταν ἡ εὐτυχέστερη ἡμέρα τῆς ζωῆς μου. Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέβηκε ἐπάνω μου. Εἶχα πολλές δυνάμεις νά μιλάω μέ τούς ἄλλους Χριστιανούς. Μπῆκε ἡ ἀκράδαντη πίστις στήν καρδιά μου ὅτι εὑρίσκομαι μέσα στήν ἀληθινή ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ.

Πρίν, παρότι κατοικοῦσα σέ ἀπόστασι 500 μέτρων ἀπό τήν πρώην ἐκκλησία μου, κι ὅμως δέν πήγαινα στήν λειτουργία τους. Καί τώρα περπατάω 6 χιλιόμετρα κάθε πρωΐ γιά νά φθάσω στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησία.

Τώρα ἔχω μέσα μου πολλές δυνάμεις γιά νά τιμήσω τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου μου καί νά ἐκτελέσω τά ἔργα Του.

Ἀληθινά σᾶς λέγω, Ἀδελφοί, ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι πλέον μαζί μου. Σᾶς προσκαλῶ, χωρίς δισταγμό, ἐλᾶτε κι ἐσεῖς σ᾿ αὐτό τόν δρόμο. Θά ζήσετε τίς ἴδιες ἐμπειρίες καί θά λάβετε τό Ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα στήν ζωή σας. Ὅ,τι ἔργο κάνω, προχωρεῖ πρός τά ἐμπρός διότι τό βοηθεῖ καί τό κατευθύνει τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἡ ζωή πού κάνω τώρα, δέν εἶναι ἀπ᾿ αὐτή τήν γῆ. Ἤδη τώρα εἶμαι μέσα στήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί στήν Βασιλεία Του ἐξ αἰτίας τῆς βαπτίσεώς μου.

Τελειώνω λέγοντας ὅτι τώρα ἔχω τήν δύναμι νά βαδίζω πάντοτε στήν ἁγιότητα κάθε ἡμέρα τῆς ζωῆς μου.

Ὁ ἀδελφός σας Θωμᾶς Manirampa

https://apantaortodoxias.blogspot.com

ΕΚΤΑΚΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

https://ellasnafs.blogspot.com/2018/08/blog-post_62.html

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Σήμερα είχα το πρωί την διακονία μου στον Άγιο Εφραίμ και άκουσα εκεί το εξής: Την ώρα της πυρκαγιάς της περασμένης Δευτέρας…

Σήμερα είχα το πρωί την διακονία μου στον Άγιο Εφραίμ και άκουσα εκεί το εξής:


Την ώρα της πυρκαγιάς της περασμένης Δευτέρας, μια γυναίκα βρισκόταν στο σπίτι της στην περιοχή του Ν. Βουτζά μαζί με τον πατέρα της ηλικίας 90 ετών και την μικρή εγγονή της και έβλεπε με τρόμο να έρχεται η φωτιά με ορμή προς το σπίτι της.

Παίρνει τότε την εικόνα της Παναγίας στο ένα χέρι και αγιασμό στο άλλο και έκανε το γύρο του σπιτιού της, αυλές κλπ ρίχνοντας παντού αγιασμό!

Ω, του θαύματος, η φωτιά που κατευθυνόταν με ορμή προς το σπίτι της στράφηκε προς τα οπίσω! Δεν άγγιξε καθόλου το σπίτι της!
Δοξασμένο το όνομα του Θεού!

Πίστη να έχουμε και ο Θεός είναι μαζί μας!
Και να θυμόμαστε, ακόμα και στον πανικό μας, πως δεν είμαστε μόνοι μας.
Ο Θεός είναι μαζί μας, αρκεί να Τον επικαλεστούμε!

από Άννα Πετρίδου

http://apantaortodoxias.blogspot.com

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ