Daily Archives: 29/01/2019

Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό: Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἀσκητής – Ὁ βιαστὴς καὶ δολοφόνος Ἅγιος!

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἀσκητής, ἐν εἰρήνη τελειοῦται τὴν 28ην Ἰανουαρίου

Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου τοῦ ἀσκητοῦ, μεταφρασμένος στὴν νεοελληνικὴ

Ἐπιμέλεια: Ἠλιάδης Χριστόδουλος

Ο Ὅσιος αὐτὸς ἀφήνοντας ὅλα τὰ ἐγκόσμια, πῆγε νὰ κατοικήσει σὲ μία σπηλιὰ δίπλα σὲ μία κωμόπολη, τὴν Πορφυριώνη καὶ ἔμεινε ἐκεῖ γιὰ δεκαπέντε χρόνια. Τόσο πολὺ πρόκοψε στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν ἄσκηση, ὥστε τὸν ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ κάνει θαύματα. Ἔβγαζε δαιμόνια, γιάτρευε ἀσθένειες καὶ ἀνίατα πάθη, ἀλλὰ ἔκανε καὶ ἄλλα διάφορα παρόμοια θαύματα. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἔγινε γνωστὸς καὶ περιβόητος στὴ γύρω περιοχὴ καὶ πολλοὶ πήγαιναν στὸ κελί του γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν. Δὲν πήγαιναν μόνο εὐσεβεῖς, ἀλλὰ καὶ δυσεβεῖς Σαμαρεῖτες, τοὺς ὁποίους νουθετοῦσε μὲ τὶς Θεῖες γραφὲς καὶ τοὺς ἐπέστρεφε πρὸς τὴν εὐσέβεια.

Ὁ φθονερὸς διάβολος ὅμως, βλέποντας τὴ μεγάλη ὠφέλεια ποὺ δεχόταν ὁ λαὸς ἀπ’ τὸν Ὅσιο, τὸν μίσησε καὶ προσπάθησε νὰ τὸν καταδιώξει. Χρησιμοποίησε λοιπὸν γιὰ ὄργανό του ἕναν Σαμαρείτη καὶ μπῆκε μέσα του. Αὐτὸς μάζεψε ὅλους τούς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους του, μὲ τοὺς ὁποίους ἄρχισε ν’ ἀναζητεῖ τρόπους, ὥστε νὰ καταφέρει νὰ…
διώξει τὸν Ὅσιο ἀπ’ τὸ κελί του. Ἀφοῦ σκέφτηκαν λοιπὸν πολλὰ ἐναντίον του, κατέληξαν στὸ νὰ δώσουν εἴκοσι φλουριὰ σὲ μία πόρνη καὶ τῆς ὑποσχέθηκαν ὅτι θὰ τῆς δώσουν πολλὰ περισσότερα ἂν καταφέρει νὰ παγιδέψει τὸν Ὅσιο, ὥστε νὰ βροῦν ἀφορμὴ γιὰ νὰ τὸν διώξουν ἀπ’ τὴν περιοχή τους. Πῆγε λοιπὸν ἡ ἄσωτη γυναίκα, μόλις νύχτωσε, στὸ κελὶ τοῦ Ὁσίου, χτύπησε τὴν πόρτα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὴ δεχτεῖ μέσα. Ἐκεῖνος δὲν ἤθελε νὰ τῆς ἀνοίξει, ἀλλὰ αὐτὴ ἔμεινε ἐκεῖ γιὰ πολλὴ ὥρα καὶ τὸν παρακαλοῦσε κλαίγοντας χωρὶς νὰ ντρέπεται. Ὥσπου ὁ Ὅσιος ἄνοιξε τὴν πόρτα καὶ μόλις τὴν εἶδε πίστεψε ὅτι εἶναι δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ἔκλεισε λοιπὸν πάλι τὴν πόρτα καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται, γιὰ νὰ τὸν λυτρώσει ὁ Θεὸς ἀπ’ αὐτὸν τὸν πειρασμό.

Ἡ γυναίκα ὅμως συνέχισε νὰ φωνάζει λέγοντας: «ἐλέησέ με δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ἄνοιξέ μου γιὰ τὸν Κύριο, γιὰ νὰ μὴ μὲ φᾶνε τὰ ἄγρια ζῶα τὴ δύστυχη». Φωνάζοντας λοιπὸν μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὡς τὰ μεσάνυχτα, τὴ λυπήθηκε, τῆς ἄνοιξε τὴν πόρτα καὶ τὴ ρώτησε, ἀπὸ ποῦ ἦταν καὶ τί ἤθελε. Αὐτὴ τοῦ ἀπάντησε: «Εἶμαι ἀπὸ τὸ διπλανὸ μοναστήρι, μὲ ἔστειλε ἡ Ἡγουμένη νὰ φέρω εὐλογίες σ’ αὐτὸ τὸ χωριὸ καὶ μὲ ’πιασε ἡ νύχτα. Γι’ αὐτὸ σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ κρατήσεις ἐδῶ, ἕως ὅτου ξημερώσει καὶ τότε θὰ πάρω τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς χωρὶς κινδύνους». Τὴ λυπήθηκε λοιπὸν καὶ ἀφοῦ τῆς ἔδωσε ψωμὶ καὶ νερό, τὴν ἄφησε νὰ κοιμηθεῖ στὸ ἔξω κελί, ἐνῶ αὐτὸς μπῆκε στὸ μέσα.

Αὐτή, ἀφοῦ ἔφαγε καὶ ἡσύχασε γιὰ λίγο, ἄρχισε ἔπειτα νὰ φωνάζει δυνατὰ σὰν νὰ κάποιος τὴν ἔδερνε. Ὅταν τὴ ρώτησε ὁ Ὅσιος τί ἔπαθε, αὐτὴ εἶπε ὅτι τῆς ἦρθε πολὺ δυνατὸς πόνος στὴν καρδιά, καὶ κινδυνεύει νὰ πεθάνει. Γι’ αὐτὸ τὸν παρακάλεσε νὰ βάλει τὸ χέρι του στὸ στῆθος της καὶ νὰ σταυρώσει ἐκεῖνο τὸ μέρος, μήπως καὶ σταματήσει ὁ πόνος. Αὐτός, ὡς ἄνθρωπος, τὴν πίστεψε. Γιὰ νὰ χτυπήσει ὅμως τὸν πειρασμό, ἀφοῦ ἄναψε μία φωτιά, ἔβαλε τὸ ἀριστερό του χέρι μέσα στὴ φωτιὰ καὶ μὲ τὸ δεξί του χέρι ἄλειφε τὸ στῆθος της μὲ λάδι ἀπ’ τὴν καντήλα τῶν Ἁγίων. Αὐτὴ ὅμως προσπαθοῦσε νὰ τὸν παγιδέψει καὶ διαρκῶς ἔλεγε: «γιὰ τὸν Κύριο, ἄλειφέ μου τὴν καρδιὰ γιὰ πολλὴ ὥρα, μέχρι νὰ σταματήσουν οἱ πόνοι».

Ἀλλὰ ὁ Ὅσιος, γνωρίζοντας τὴ δολιότητα τοῦ πονηροῦ, δὲν τολμοῦσε καν νὰ βγάλει ἀπ’ τὴ φωτιὰ τ’ ἀριστερό του χέρι γιὰ ὅση ὥρα τὴν ἄλειφε, μέχρι ποὺ παραμορφώθηκαν τὰ δάχτυλά του. Μ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν ἀφόρητο πόνο ἐδίωξε τὸν πονηρὸ λογισμὸ ἀπ’ τὴν καρδιὰ του ὁ πάνσεμνος Ὅσιος. Ἡ γυναίκα μόλις εἶδε τὸ κατακαμένο χέρι του, ἦρθε σὲ κατάνυξη καὶ πέφτοντας στὰ πόδια του, ἔκλαιγε καὶ χτυποῦσε τὸ στῆθος της λέγοντας: «ἀλίμονό μου τὴν ἄθλια, ἐγὼ εἶμαι τὸ δοχεῖο τοῦ δαίμονα καὶ τῆς αἰωνίας φωτιᾶς τὸ ὑπέκαυμα». Ἔτσι, ὁμολόγησε στὸν Ἅγιο ὅλη τὴν ὑπόθεση.

Μετανοώντας λοιπὸν μὲ ὅλη της τὴν ψυχὴ τὸ λάθος της, ὑποσχέθηκε νὰ ἔχει ἀληθινὴ μετάνοια καὶ νὰ μείνει ἁγνὴ στὸ μέλλον. Τότε ὁ Ὅσιος τὴν εὐλόγησε, τὴν κατήχησε καὶ τὴν ἔστειλε στὸν ἁγιότατο ἐπίσκοπο Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος τὴν ἐξομολόγησε μὲ προσοχὴ καὶ εἶδε ὅτι, πράγματι, μετανόησε μὲ ὅλη της τὴν ψυχή. Ἔπειτα τὴ βάπτισε καὶ τὴν ἔστειλε σ’ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι, ἐνῶ τοὺς Σαμαρεῖτες ἐκείνους τοὺς ἐδίωξε ἀπὸ ἐκείνη τὴν περιοχή. Στὴ συνέχεια, πῆγε στὸν Ὅσιο Ἰάκωβο, τὸν ὁποῖο ἐνδυνάμωσε καὶ πλέον τοῦ εἶχαν ὅλοι ἀκόμη μεγαλύτερη εὐλάβεια γιὰ τὴ μεγάλη ἐγκράτειά του. Τόσο πολὺ πρόκοψε ἡ γυναίκα ἐκείνη, ποὺ ἀξιώθηκε ἀκόμη καὶ δαιμόνια νὰ βγάζει ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι λοιπόν, ζώντας σωστὰ καὶ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ πρώην πόρνη, ἔφυγε πρὸς τὴν αἰώνια μακαριότητα χαρούμενη.

Μετὰ ἀπὸ καιρό, δαιμονίσθηκε μία κοπέλα, κόρη ἑνὸς ἄρχοντα τοῦ βουλευτηρίου, μέσω τῆς ὁποίας φώναζε τὸ δαιμόνιο τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακώβου, στὸν ὁποῖο ἔφεραν οἱ γονεῖς τὴν κόρη τους, παρακαλώντας τον νὰ διώξει τὸ πονηρὸ πνεῦμα. Τότε ὁ ὅσιος ἔκανε προσευχὴ καὶ μόλις ἀκούμπησε στὴν κοπέλα τὸ χέρι του, ἔφυγε ἀμέσως τὸ δαιμόνιο καὶ ἔμεινε ὑγιὴς ἡ κοπέλα. Οἱ γονεῖς τῆς κοπέλας, γιὰ ἀμοιβὴ αὐτῆς τῆς χάρης, ἔστειλαν στὸν Ὅσιο τριακόσια χρυσὰ φλουριά, τὰ ὁποῖα ὁ Ὅσιος δὲ θέλησε οὔτε καν νὰ τὰ δεῖ λέγοντας: «τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει κανεὶς νὰ τὴν πραγματεύεται». Οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ ἄρχοντα τότε τοῦ εἶπαν: «κράτησέ τα δοῦλε τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μὴ δυσαρεστήσεις τὸν ἄρχοντα καὶ ἔπειτα μοίρασε τὰ στοὺς φτωχούς, γιὰ νὰ ἔχεις ἀκόμη περισσότερο μισθό». Τότε εἶπε σ’ αὐτοὺς ὁ Ὅσιος: «Ἂς τὰ δώσουν αὐτὰ ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ἔχουν».

Μία ἄλλη φορᾶ, τοῦ ἔφεραν ἕναν ἄρρωστο πάνω σ’ ἕνα κρεβάτι, ὁ ὁποῖος ἦταν παράλυτος στὰ πόδια ἐξαιτίας ἑνὸς δαιμόνιου. Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ νήστεψε καὶ προσευχήθηκε γιὰ τρεῖς ἡμέρες, σήκωσε τὸν παράλυτο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὸν εὐχαρίστησε ὅπως ἔπρεπε, γύρισε στὸ σπίτι του. Ἔρχονταν καὶ ἄλλοι πολλοί, οἱ ὁποῖοι εἶχαν διάφορες ἀσθένειες καὶ ὅλοι θεραπεύονταν καὶ ἔφευγαν ὑγιεῖς εὐχαριστώντας τὸν Κύριο.

Βλέποντας ὁ Ὅσιος τὶς μεγάλες τιμὲς ποὺ τοῦ ἔδινε ὁ κόσμος, φοβήθηκε μήπως πέσει στὴν κενοδοξία καὶ χάσει τοὺς κόπους του. Γι’ αὐτὸ ἔφυγε καὶ πῆγε σ’ ἄλλο μέρος σαράντα μίλια μακριά. Ἐκεῖ βρῆκε μία μεγάλη σπηλιὰ στὶς ὄχθες ἑνὸς ποταμοῦ καὶ ἔμεινε γιὰ τριάντα χρόνια, τρώγοντας ἄγρια χόρτα. Μὲ τὸν καιρὸ ἒφτιαξε ἕναν μικρὸ κῆπο, ἀπ’ τὸν ὁποῖο ἔτρωγε τὰ λάχανα ποὺ καλλιεργοῦσε. Ἔγινε ὅμως καὶ ’κεῖ πολὺ γνωστὸς μὲ τὸ θαυμάσιο τρόπο συμπεριφορᾶς του, ἀφοῦ ἔρχονταν σ’ αὐτὸν ἀπὸ πενήντα μοναστήρια μοναχοὶ καθὼς καὶ πολλοὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του.  Ὥσπου αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος ἀξιώθηκε ἀπ’ τὸ Θεὸ νὰ λάβει τόσο μεγάλη χάρη, ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ κι ἔπεσε σὲ πολὺ μεγάλο ἁμάρτημα μὲ τὴ συνεργασία τοῦ σατανᾶ, ἐπειδὴ ὅμως πρῶτα ἔπεσε στὴν ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτὸ τὸν ἄφησε ὁ Κύριος νὰ πέσει, γιὰ νὰ ταπεινωθεῖ καὶ νὰ μὴ χάσει τὴν ψυχή του, ἀφοῦ ὁ ἁμαρτωλὸς ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας του, κλαίει καὶ σώζεται. Ἐνῶ ὁ ὑπερήφανος δικαίως πηγαίνει στὴν κόλαση, ἀφοῦ ἀγνοεῖ τὸ ἁμάρτημα τῆς ὑπερηφάνειάς του.

Βλέποντας λοιπὸν ὁ διάβολος τὸν ἐνάρετο βίο τοῦ Ἰακώβου, τὸν φθόνησε καὶ ἀφοῦ μπῆκε σὲ μία κόρη ἑνὸς πλουσίου φώναζε λέγοντας: «Ἂν δὲ μὲ διατάξει ὁ ἀσκητὴς Ἰάκωβος, δὲ θὰ βγῶ ποτὲ ἀπὸ ἐδῶ». Ἀμέσως λοιπόν, πῆραν οἱ γονεῖς μαζί τούς ὑπηρέτες τους τὴ δαιμονισμένη κόρη, τὴν πῆγαν στὸν Ἰάκωβο καὶ πέφτοντας στὰ πόδια τοῦ ἔλεγαν: «Ἐλέησε τὴν κόρη μας, γιατί βασανίζεται τρομερὰ ἀπὸ ἕνα πονηρὸ πνεῦμα, ἔχει εἴκοσι μέρες νὰ φάει καὶ μόνο φωνάζει τὸ ὄνομά σου».

Τότε ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ προσευχήθηκε γιὰ πολλὴ ὥρα, φύσηξε στὸ πρόσωπο τῆς κοπέλας, λέγοντας: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, βγὲς ἀπ’ αὐτὴν ἀκάθαρτε» καὶ ἀμέσως ἔφυγε ἀπ’ τὴν κόρη ὁ δαίμονας, σὰν νὰ τὸν κυνήγησε φωτιά! Ἡ κοπέλα ἔπεσε κάτω καὶ κειτόταν γιὰ πολλὴ ὥρα στὸ ἔδαφος χωρὶς νὰ βγάζει τὴν παραμικρὴ φωνή, μέχρι ποὺ τὴν σήκωσε ὁ Ὅσιος καὶ τὴν παρέδωσε ὑγιῆ στοὺς γονεῖς της, οἱ ὁποῖοι δόξασαν τὸν Θεὸ βλέποντας τὸ μεγάλο θαῦμα.

Ἐπειδὴ ὅμως οἱ γονεῖς φοβήθηκαν μήπως ἐπιστρέψει ὁ δαίμονας στὴν κοπέλα, παρακάλεσαν τὸν Ὅσιο νὰ τὴν κρατήσει κοντά του, μαζὶ μὲ τὸν ἀδερφό της, γιὰ μερικὲς ἡμέρες καὶ ἀργότερα νὰ ἔρθουν νὰ τοὺς πάρουν. Ἔτσι λοιπὸν ἄφησαν τὴν κόρη τους καὶ τὸ γιό τους στὸν Ὅσιο καὶ ἐπέστρεψαν στὸ σπίτι τους μὲ τοὺς ὑπηρέτες τους.

Ὁ πανοῦργος διάβολος ὅμως, ὁ ὁποῖος στρέφεται πάντα ἐναντίον τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ, βλέποντας τὴν κοπέλα στὸ κελὶ τοῦ Ὁσίου, τὸν πολέμησε, χτυπώντας τον στὸ σαρκικὸ καὶ τὸν βασάνισε τόσο πολύ, ὥστε τὸν παρακίνησε νὰ πέσει σὲ φοβερὸ ἁμάρτημα καὶ πράγματι ἔπεσε στὴν πορνεία τώρα στὰ γηρατειά του, τὴν ὁποία ὅταν ἦταν νέος τὴ νίκησε μὲ τὴν ἀνδρεία του, ὅπως προείπαμε. Ἀλλὰ καὶ τὸ χειρότερο! Δὲν ἀρκέστηκε ὁ διάβολος στὴν πορνεία, ἀλλὰ ἔβαλε στὸ μυαλό του, ὅτι ἂν δὲ σκοτώσει τὴν κοπέλα καὶ τὸν ἀδερφό της, ποὺ ἦταν μάρτυρας τοῦ γεγονότος, θὰ φανερωθεῖ σύντομα ἡ πράξη του καὶ θὰ ντροπιαστεῖ σ’ ὅλους τούς ανθρώπους.

Ἔτσι λοιπόν, τυφλώθηκε ὁ νοῦς του καὶ σκότωσε τὴν κοπέλα καὶ τὸν ἀδερφό της καὶ ἔριξε τὰ πτώματα στὸν ὁρμητικὸ ποταμὸ ποὺ περνοῦσε μπροστὰ ἀπὸ τὸ κελί του, γιὰ νὰ καλύψει τὴν πανουργία του. Ὅλα αὐτὰ τοῦ συνέβησαν ἐξαιτίας τῆς ἀλαζονείας καὶ τῆς ὑπερηφάνειάς του. Βέβαια ἂν δὲν ἦταν ὠφέλιμα γιὰ τὴν ψυχὴ του τὰ ὅσα ἔπαθε, δὲ θὰ ἄφηνε ὁ Θεὸς νὰ τὰ πάθει, ἀφοῦ καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους ἔχουν γίνει αὐτά. Ἀλλὰ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ποὺ θέλει τὴ σωτηρία τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὄχι τὸν ἀφανισμό τους, ἂς δοῦμε τί οἰκονόμησε…

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπραξε ὁ ταλαίπωρος Ἰάκωβος αὐτὰ τὰ δύο αἰσχρὰ καὶ πολὺ βαριὰ ἁμαρτήματα, ἦρθε ξανὰ στὸν ἑαυτό του καὶ ξεθόλωσε τὸ μυαλό του. Μπῆκε τότε στὸ κελί του καὶ πέφτοντας στὸ ἔδαφος, χτυποῦσε τὸ στῆθος του καὶ τὸ πρόσωπό του δυνατὰ καὶ ἔχυνε ποτάμια δάκρυα ἀπ’ τὰ μάτια του. Βλέποντας τὸν ὁ μισάνθρωπος διάβολος νὰ μετανοεῖ, ἔβαλε στὸ μυαλὸ τοῦ λογισμούς, λέγοντας: «Μὴν κοπιάζεις ἄδικα γιατί δὲ σώζεσαι». Σηκώθηκε τότε ἀπ’ τὸ ἔδαφος καὶ ἔφυγε ἀπ’ τὴν ἔρημο πηγαίνοντας πρὸς τὸν κόσμο θλιμμένος. Ἀλλὰ ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ποὺ θυμήθηκε τὶς ἀρετὲς ἀλλὰ καὶ τὴν ἄσκηση ποὺ ὑπέμεινε τόσα χρόνια, τοῦ ἔστειλε καὶ πάλι βοήθεια.

Καθὼς λοιπὸν προχωροῦσε στὸ δρόμο του, εἶδε ἕνα μοναστήρι καὶ ἐπειδὴ ἦταν ἀργά, μπῆκε μέσα γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Οἱ ἀδελφοὶ ποὺ βρίσκονταν σ’ αὐτό, τοῦ ἔπλυναν τὰ πόδια καὶ ἔβαλαν τράπεζα γιὰ νὰ τὸν φιλέψουν. Αὐτὸς ὅμως συνέχεια ἀναστέναζε καὶ δὲν ἤθελε νὰ φάει καθόλου. Βλέποντας τὸν ὁ ἡγούμενος στενοχωρημένο, κατάλαβε ὅτι εἶχε πέσει σὲ μεγάλο ἁμάρτημα καὶ τὸν φώναξε στὸ κελί του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ ὁμολογήσει τὴν αἰτία τῆς θλίψεώς του.

Τότε ὁ Ἰάκωβος μὲ πολλὰ δάκρυα διηγήθηκε τὴν ὑπόθεση ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ὁ ἡγούμενος ποὺ ἦταν ἔμπειρος, κατάλαβε τὶς πονηριὲς τοῦ διαβόλου, ἀγκαλίασε τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν φιλοῦσε λέγοντας: «Μὴ στενοχωριέσαι φίλτατε καὶ πολυαγαπημένε ἀδελφέ μου, οὔτε νὰ ἀπελπίζεσαι, ἀλλὰ  γνώριζε ὅτι ὑπάρχει μετάνοια καὶ πλησίασε στὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ μὲ συντριβὴ καρδιᾶς καὶ δάκρυα, μιμούμενος τὸν προφήτη Δαυὶδ τὸν ὁποῖο μιμήθηκες στὶς ἁμαρτίες.

Ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριος ἀναμφίβολα σὲ ὑποδέχεται καὶ σοὺ συγχωρεῖ τὰ ἁμαρτήματα, γιὰ νὰ ἐπανέλθεις στὴν προηγούμενη κατάσταση, ὅπως ὑποδέχθηκε μὲ εὐσπλαχνία τὸν Δαυὶδ ποὺ μετανόησε, καὶ ὄχι μόνο συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες του, ἀλλὰ καὶ τὸν δόξασε στοὺς ἀνθρώπους λέγοντας, βρῆκα τὸν Δαυὶδ τὸν γιὸ τοῦ Ἰεσσαὶ ὅπως λαχταροῦσα. Ἂν δὲν ἦταν μετάνοια, τότε πῶς ὁ μακάριος Πέτρος ὁ πρῶτος στὴν καθεδρία τῶν Ἀποστολῶν, ὁ ὁποῖος πῆρε ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὰ κλειδιὰ τοῦ Παραδείσου καὶ τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορές, ὅταν ἔκλαψε πικρὰ πῆρε συγχώρηση τῆς ἁμαρτίας του καὶ τὴ μεγάλη ἀξία τῆς ἀποστολῆς ὅπως πρωτύτερα;».

Ἀφοῦ ἐνίσχυσε τὴν καρδιὰ τοῦ Ἰακώβου, ὁ πάνσοφος, μὲ τέτοια καὶ ἄλλα παραδείγματα, τὸν παρακαλοῦσε νὰ μείνει ἐκεῖ μαζί του, γιατί φοβόταν μήπως τοῦ ἐμποδίσει τὴ σωτηρία ὁ παμπόνηρος. Πέρασε λοιπὸν ἡ νύχτα ἐκείνη καὶ τὸ πρωί, ὅταν πῆρε συγχώρεση γιὰ νὰ φύγει ὁ Ἰάκωβος, γονάτισε ὁ ἡγούμενος μπροστά του παρακαλώντας καὶ συμβουλεύοντας τὸν νὰ μείνει ἐκεῖ στὴ συνοδεία τῶν ἀδελφῶν του, νὰ τὸν καθοδηγήσουν, ἀλλὰ δὲ δέχτηκε.

Ἔτσι μὲ τὴ βία τοῦ ἔδωσε τὴν ἄδεια ν’ ἀναχωρήσει, προχώρησε μαζί του δεκαπέντε μίλια καὶ ὁ ἡγούμενος ἀφοῦ τὸν φίλησε καὶ τοῦ εὐχήθηκε γιὰ τὴ σωτηρία του, ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι. Ὁ Ἰάκωβος προχωρώντας στὸ δρόμο βρῆκε ἕνα παλιὸ μνῆμα, μεγάλο σὰ σπηλιὰ καὶ ἀφοῦ μπῆκε μέσα, μάζεψε ὅλα τὰ ὀστᾶ καὶ τὰ τοποθέτησε σὲ μία γωνιὰ τοῦ μνήματος. Ἔπειτα ἀφοῦ ἔφραξε τὴν πόρτα, κλείστηκε μέσα καὶ πέφτοντας στὰ γόνατα χτυποῦσε δυνατὰ τὸ στῆθος του καὶ ἔκλαιγε μὲ θερμὰ δάκρυα παρακαλώντας τὸ Θεὸ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του καὶ λέγοντας:

«Πῶς ἀτενίσω πρὸς σὲ ὁ Θεός; ποίαν δὲ ἀρχὴν τῆς ἐξομολογήσεως εὔροιμι; ποία καρδία ἢ ποίω θαρρήσας συνειδότι, γλώσσαν ἀσεβῆ, καὶ χείλη μολυσμοὺ γέμοντα, κινῆσαι πειράσωμαι; ποίας δὲ ἁμαρτίας πρῶτον ἄφεσιν αἰτῆσαι κατατολμήσω; φεῖσαι φιλάνθρωπε Κύριε! ἴλεως γενοὺ τῷ ἀναξίω, Δέσποτα ἀγαθέ, καὶ μὴ συναπολέσης μὲ ταῖς αἰσχραίς μου πράξεσιν. Οὐ γὰρ μικρά μου τὰ δυσσεβήματα. Πορνείαν ἐτέλεσα. Φόνον εἰργασάμην. Αἷμα ἀθῶον ἐξέχεα. Καὶ πρὸς τούτοις, τοῖς ὕδασι, καὶ θηρίοις, καὶ πετεινοῖς δέδωκα εἰς βοράν. Καὶ νῦν Κύριε, εἰδότι σοὶ τὰ πάντα ἐξομολογοῦμαι, ἀγαθέ, τὴν τούτων ἑξαιτούμενος ἄφεσιν. Μὴ παρίδης μὲ Δέσποτα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σοὶ πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, οἰκτείρησον μὲ τὸν ἀσεβῆ. Καὶ καταπεμψον εἰς ἐμὲ τὸ παρά σου πλούσιον ἔλεος, ἐλθόντα ἐπὶ τὰ τῆς ἁμαρτίας βάραθρα. Κατεπόντισε μὲ γάρ, ἡ τοῦ λυμεῶνος ἐχθροῦ καταιγίς. Μὴ δὴ καταπίη μὲ ὁ δράκων ὁ βύθιος».

Δηλαδή: «Πῶς νὰ ἀτενίσω σὲ ’σένα, Θεέ μου. Πῶς ν’ ἀρχίσω τὴν ἐξομολόγηση; Μὲ ποιὰ καρδιὰ ἢ σὲ ποιὸν νὰ τολμήσω νὰ καταφύγω μὲ θάρρος γνωρίζοντας ὅτι ἡ γλώσσα μου εἶναι μολυσμένη καὶ τὰ χείλη μου γεμάτα ἁμαρτία; Καὶ ποιᾶς ἁμαρτίας ἄφεση νὰ τολμήσω νὰ ζητήσω πρῶτα; Λυπήσου μὲ φιλάνθρωπε Κύριε! Σπλαχνίσου μὲ τὸν ἁμαρτωλό, Δέσποτα ἀγαθέ, καὶ μὴ μὲ τιμωρήσεις γιὰ τὶς αἰσχρές μου πράξεις. Εἶναι μεγάλες οἱ ἁμαρτίες μου, διέπραξα πορνεία, πραγματοποίησα φόνο, σκότωσα ἀθώους καὶ ἐπιπλέον τοὺς ἔδωσα τροφὴ στὰ ὕδατα, στὰ θηρία καὶ στὰ πουλιά. Τώρα Κύριε, ἐξομολογοῦμαι τὰ πάντα σὲ ’σένα ποὺ τὰ γνωρίζεις, Ἀγαθέ, ζητώντας συγχώρηση γι’ αὐτά. Μὴ μὲ παραβλέψεις, ἀλλὰ σπλαχνίσου ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, μὲ τὴν εὐσπλαχνία πού σου ταιριάζει καὶ στεῖλε μου τὸ πλούσιο ἔλεος νὰ ἔλθει στὰ βάραθρα τῆς ἁμαρτίας μου. Μὲ καταβύθισε ἡ καταιγίδα τοῦ ἐχθροῦ, μὴν ἀφήσεις νὰ μὲ καταπιεῖ ὁ δράκος ποὺ εἶναι στὸ βυθό, ἀλλὰ ἀπομάκρυνε μέ, μὲ τὸ παντοδύναμο χέρι σου, ἀπ’ τὸν ἄπληστο αὐτὸ φάρυγγα».

Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ἔλεγε κάθε μέρα καὶ ὥρα καὶ θρηνοῦσε πικρά, κλεισμένος σ’ ἐκεῖνον τὸν κατασκότεινο καὶ ἀπλησίαστο τάφο, χωρὶς νὰ κάνει παράκληση σωματικὴ καὶ ἐπειδὴ δὲ συνομιλοῦσε μὲ κανέναν, οὔτε ἔφερνε κανένας φαγητὸ ἢ ποτό, γιατί δὲ γνώριζαν οἱ ἄνθρωποι τῆς πόλης ἐκείνης ὅτι εἶναι στὰ σύνορά τους, ὁ τάφος ἦταν μακριὰ ἀπ’ τὸ δρόμο. Ἔβγαινε μόνος κρυφὰ τὴ νύχτα δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ ἔτρωγε σὰν τὰ ζῶα χόρτα ποὺ ἦταν γύρω ἀπὸ τὸ μνῆμα εὐχαριστώντας τὸν Κύριο. Ἔζησε λοιπὸν ὁ νεκρὸς πρὶν ἀπὸ τὴν νέκρωση καὶ θαμμένος πρὶν ἀπὸ τὴν ταφὴ Ἰάκωβος σ’ ἐκεῖνο τὸ μνῆμα, ἄγνωστος ἀπ’ ὅλους καὶ ἀβοήθητος ἀπὸ ἀνθρώπινη δύναμη κλαίγοντας καὶ θρηνώντας, δέκα χρόνια, περιμένοντας βοήθεια ἀπὸ ψηλά.

Ἔτσι, ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ποὺ δὲ θέλει τὸ θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴ διόρθωσή του, βλέποντας τὴν πραγματικὴ μετάνοιά του, τοῦ συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες ὡς ἐλεήμων καὶ εὔσπλαχνος, καὶ ὄχι μόνο τοῦ συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ τὸν δόξασε στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ πεισθεῖ καὶ αὐτὸς καὶ ὅσοι ἄλλοι ἁμάρτησαν πόση δύναμη ἔχει ἡ μετάνοια.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ στὴν περιοχὴ ἐκείνη εἶχε μεγάλη ἀνομβρία καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδὴ στενοχωριόντουσαν, ἔκαναν πολλὲς δεήσεις στὸ Θεό. Ἐκεῖνος φανέρωσε στὸν ἐπίσκοπό της πόλης ἐκείνης (ποὺ ἦταν Θεοφοβούμενος) τὴ θέση στὴν ὁποία βρισκόταν ὁ Ἰάκωβος, στέλνοντάς του οὐράνιο Ἄγγελο ποὺ τοῦ εἶπε:

«Ἐπίσκοπε, σ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος βρίσκεται ἕνας ἀσκητὴς ταπεινὸς στὴ μορφή, ἀλλὰ Ἅγιος στὴν ψυχή· ἂν αὐτὸς θελήσει νὰ κάνει δέηση στὸν Κύριο, θὰ ἔλθει τόση βροχή, ἀπ’ τὴν ὁποία θὰ πάρουν ὅλα τὰ προϊόντα σας ἀνάπτυξη καὶ εὐφορία». Ἀφοῦ τοῦ ἀποκάλυψε αὐτὰ ὁ Ἄγγελος, ὁ ἁγιότατος ἐπίσκοπος συγκάλεσε τοὺς κληρικοὺς καὶ ὅλον τὸν ὑπόλοιπο λαὸ τῆς πόλης καὶ τοὺς ἀποκάλυψε τὸ ὅραμα ποὺ εἶδε. Τότε κατευθύνθηκαν στὸ μέρος ποὺ τοὺς ὑπέδειξε, βρῆκαν τὸν Ὅσιο καὶ ἔπεσαν στὰ πόδια τοῦ παρακαλώντας τὸν μὲ δάκρυα καὶ ἱκετεύοντας τὸν νὰ κάνει δέηση στὸν Κύριο νὰ τοὺς στείλει βροχή, γιὰ νὰ μὴν πεθάνουν ἀπ’ τὴν ξηρασία.

Ὁ Ὅσιος δὲν τοὺς ἀπαντοῦσε τίποτα, ἀλλὰ χτυπώντας τὸ στῆθος τοῦ κοίταζε πρὸς τὴ γῆ λέγοντας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σπλαχνίσου μὲ τὸν ἀσεβέστατο καὶ συγχώρησέ μου τὶς ἀνομίες». Λέγοντας αὐτὴν τὴν εὐχὴ δὲν τολμοῦσε καν νὰ ὑψώσει τὰ μάτια στὸν οὐρανό. Ἔτσι, ὁ ἐπίσκοπος καὶ οἱ ὑπόλοιποι βλέποντας ὅτι δὲν τοὺς ἀποκρίνεται, ἀλλὰ μάταια τὸν παρακαλοῦσαν κλαίγοντας, τὸν ἄφησαν νὰ κλαίει καὶ νὰ χτυπιέται καὶ ἔφυγαν στενοχωρημένοι.

Μόλις ἔφτασαν στὴν ἐκκλησία, ἔπεσαν πάλι στὸν τόπο τοῦ Κυρίου καὶ τὸν παρακαλοῦσαν μὲ δάκρυα νὰ τοὺς στείλει βοήθεια ἀπὸ ψηλά, καθὼς προσεύχονταν γιὰ πολλὲς μέρες καὶ ἔκλαιγαν, ἦρθε πάλι φωνὴ ἀπ’ τὸν οὐρανὸ στὸν ἐπίσκοπο λέγοντας: «πήγαινε στὸ δοῦλο μου Ἰάκωβο, ὅπως σου εἶπα πρωτύτερα καὶ παρακάλεσε τὸν νὰ κάνει δέηση γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ σᾶς δώσω αὐτὸ ποὺ ζητᾶτε». Τότε πῆγαν πάλι ὅλοι μαζὶ καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς ἔστειλε γιὰ δεύτερη φορά, γι’ αὐτὸ τὸν παρακάλεσαν νὰ μὴν παρακούσει τὸ Θεό, ἀλλὰ νὰ τοὺς λυτρώσει ἀπ’ τὸν κίνδυνο ποὺ τοὺς ἀπειλεῖ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναγκαστικὰ ὑπάκουσε ὁ Ὅσιος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ ἔκανε εὐχὴ μὲ πολλὴ ταπείνωση. Ὁ ἐλεήμων Θεός, ἀμέσως ἄκουσε τὴ δέησή του καὶ ἔστειλε στὴ γῆ τόση βροχή, ὅση χρειαζόταν. Γι’ αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι δόξασαν τὸν Θεὸ καὶ εὐχαρίστησαν τὸν Ὅσιο, καὶ ὄχι μόνο τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἀλλὰ κάθε χρόνο ἔκαναν τὸ μνημόσυνο τοῦ Ὁσίου, πανηγυρίζοντας καὶ στέλνοντας ὕμνους εὐχαριστώντας τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος τοὺς λύτρωσε ἀπὸ τὸν κίνδυνο.

 

Ὁ Ὅσιος δὲν ἔκανε μόνο αὐτὸ τὸ θαῦμα, ἀλλὰ θεράπευε πλέον καὶ ὅλους τους ἀσθενεῖς της πόλης, γιατί οἱ ἄνθρωποι βλέποντας τὸ θαῦμα τῆς βροχῆς κατάλαβαν ὅτι ὁ Ἰάκωβος ἦταν γνησιότατος δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ ὅποιος εἶχε συγγενῆ ποὺ ἦταν δαιμονισμένος ἢ ἀσθενής, τὸν ἔφερνε στὸν Ὅσιο ποὺ τοὺς θεράπευε ὅλους ἀνεξαιρέτως μὲ τὴ θεάρεστη προσευχή του. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ θαυμάσια κατάλαβε ὁ Ὅσιος ὅτι ὁ Κύριος τοῦ συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε μὲ περισσότερη προθυμία καὶ ἀγαλλίαση.

 

Μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο ἀπὸ τὸ θαῦμα μὲ τὸ νερό, κατάλαβε ὁ Ὅσιος ὅτι πλησίαζε ὁ θάνατός του καὶ παρακαλώντας τὸν ἐπίσκοπο, τοῦ ζήτησε νὰ τὸν θάψει στὸ μνῆμα ὅπου ἔκανε τοὺς ὑπερφυσικοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ Θεϊκὰ κατορθώματα. Ἦταν 28 Ἰανουαρίου. Ἔζησε ἑβδομήντα πέντε ἔτη. Ὁ ἐπίσκοπος τὸν ἔθαψε μὲ μεγάλη τιμὴ καὶ εὐλάβεια στὸν τάφο ποὺ τοῦ εἶχε πεῖ. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ χρόνο, ὁ ἁγιότατος ἐπίσκοπος, ἔκτισε ἐκκλησία κοντὰ στὸ μνῆμα καὶ ἀφοῦ τοποθέτησε σ’ αὐτὴν τὸ ἅγιο λείψανο, τελοῦσε κάθε χρόνο μεγάλη γιορτὴ καὶ πανηγύρι, δοξάζοντας τὸν φιλάνθρωπο καὶ παντελεήμονα Θεό, σ’ αὐτὸν ταιριάζει κάθε τιμὴ καὶ προσκύνηση, πάντοτε, τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες.

via Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό: Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἀσκητής – Ὁ βιαστὴς καὶ δολοφόνος Ἅγιος!

Advertisements

Σχολιάστε

by | 29/01/2019 · 11:39 ΜΜ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΑΥΣ: Περί επιστήμης και παιδείας ελληνικής

Μπορείτε να διαβάσετε και να κατεβάσετε το αρχείο:

Ε Δ Ω

via ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΑΥΣ: Περί επιστήμης και παιδείας ελληνικής

Σχολιάστε

by | 29/01/2019 · 11:12 ΜΜ

Έκτακτο Παράρτημα: Οι προδότες και οι… ΠΡΟΔΟΤΕΣ

«Ο τε γαρ τους πολεμίους ευεργετών, προδότης»
Μέγας Φώτιος

Δημήτρης Νατσιός δάσκαλος-Κιλκίς

Αυτός που ευεργετεί τους εχθρούς, είναι προδότης. Αυτό κανείς δεν το αμφισβητεί. Η προδοσία της Μακεδονίας: Το απεχθέστερο έγκλημα στην εθνική μας ιστορία. Αδίστακτοι προδότες. Ποιος Εφιάλτης; Ο Εφιάλτης έδειξε το μονοπάτι στον Ξέρξη για να περικυκλώσει τον Λεωνίδα. Τι ήταν ο Εφιάλτης; Καντιποτένιος. Ουτιδανό, δειλό, φιλοχρήματο υποκείμενο. Δεν είχε κάποιον ηγετικό ρόλο, δεν καταδίκασε, δεν συμπαρέσυρε η προδοσία του ένα ολόκληρο κράτος στην καταστροφή ούτε βύθισε έναν λαό στην ντροπή και στην εξουθένωση. Πλήρωσε με το κεφάλι του την προδοσία, η οποία μας κατέλειπε το μεγαλειώδες «μολών λαβέ». Ο Λεωνίδας, ο ηγέτης, δόξασε την πατρίδα.
Ο Πήλιος Γούσης πρόδωσε και φτάσαμε στο Ζάλογγο. Ούτε αυτός ήταν αρχηγός των Σουλιωτών. Ο Νενέκος ήταν ασήμαντος μικροκαπετάνιος, του γυάλισαν τα πουγκιά τον Μπραϊμη-«ταλαρίσιος» που έλεγε ο Καραϊσκάκης-και «τούρκεψε». Τον έστειλε κι αυτόν ο Κολοκοτρώνης εκεί που του άξιζε: στο χώμα, το σκωληκόβρωτον.
Οι τωρινοί προδότες είναι πιο επαίσχυντοι από αυτούς. Κατέχουν τρανά αξιώματα. Ακόμη και οι δωσίλογοι πρωθυπουργοί της Γερμανικής Κατοχής ωχριούν μπροστά τους. Ο Τσολάκογλου, ο Λογοθετόπουλος, ο Ράλλης έχουν και κάποια «ελαφρυντικά». (Σ’ αυτές βέβαια τις περιπτώσεις ισχύει το «εν αμίλλαις πονηραίς αθλιώτερος ο νικήσας»). Το 1941 η πατρίδα είχε καταληφθεί από τους Γερμανούς, ήταν κράτος κατεχόμενο, είχε καταλυθεί η οντότητά του. Διορίστηκαν ως πρωθυπουργοί από τους Γερμανούς, δεν τους επέλεξε κανένας λαός. Ήταν πειθήνια ενεργούμενά τους, οι όποιες αποφάσεις τους δεν είχαν καμιά ισχύ, ποταποί τυχοδιώκτες ήταν και τίποτε άλλο. Οι ίδιοι εξευτελίστηκαν, μαγάρισαν το όνομά τους. Οι υπογραφές τους ούτε δέσμευαν ούτε υπονόμευαν το κράτος. Για τους Τσολάκογλου και Λογοθετόπουλο ιδίως, ταιριάζει απόλυτα το άλλο σοφό ρητό των αρχαίων «προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται». Πώς μπόρεσαν τέτοιοι άνθρωποι να φτάσουν στην προδοσία, να λερώσουν ανεπανόρθωτα την υπόληψή τους;

Ο Τσολάκογλου φορτωμένος παράσημα ανδρείας στους Βαλκανικούς πολέμους και στην Μικρασία, κατάντησε συνεργάτης των Γερμανών και πέθανε μες στην ντροπή το 1948, καταδικασμένος σε θάνατο, που μετατράπησαν σε ισόβια δεσμά. Ο Λογοθετόπουλος, καθηγητής ιατρικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών, παρασημοφορήθηκε στους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρετώντας ως χειρουργός στην «πρώτη γραμμή». Καταδικάστηκε και αυτός ως συνεργάτης των εχθρών και πέθανε εν μέσω χλεύης και περιφρόνησης το 1961. Και μια και είμαστε στην ταραγμένη εκείνη περίοδο, κατά την οποία ξεβράστηκαν αθλιότητες αλλά και αναδείχθηκαν μεγαλεία, καλό είναι να αναφερθούμε και στην στάση των αρχιεπισκόπων της εποχής. (Αλήθεια η μισή Ελλάδα κατέβηκε και συγκεντρώθηκε στο Σύνταγμα, για να βροντοφωνάξει υπέρ της Μακεδονίας. Που ήταν ο οικοδεσπότης αρχιεπίσκοπος; “Ουκ ην φωνή ουκ ην ακρόασις”. Έχει άδικο ο απλός λαός που πικραμένος μουρμουρίζει «πού είσαι ρε Χριστόδουλε;»).
Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, 27 Απριλίου 1941, αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, είναι ο λαμπρός και σπουδαίος και μέγας πατριώτης Χρύσανθος Φιλιππίδης, ο από Τραπεζούντος. Διέπρεψε ο αείμνηστος ιεράρχης ως μητροπολίτης Τραπεζούντος σε τραγικές για το Γένος στιγμές. («Προτιμώ ιπτάμενος ως αετός να πέσω ή έρπων να ζήσω», θα πει στον ενθρονιστήριο λόγο του στην Τραπεζούντα). Ζήτησαν από τον Χρύσανθο να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου.
«Εις τοιαύτας υπόπτους και αντεθνικάς ενεργείας δεν είναι δυνατόν να δώση η Εκκλησία τον όρκον και την ευλογίαν της… έργον του Αρχιεπισκόπου είναι όχι να υποδουλώνη, αλλά να ελευθερώνη» θα πει ο αγέρωχος, γενναίος και μαρτυρικός Ιεράρχης. (Από το βιβλίο “Ήρωες και Προδότες στην κατοχική Ελλάδα”, του Τ. Κοντογιαννίδη, εκδ. “ΠΕΛΑΣΓΟΣ” σελ. 119).
Αποχώρησε από τον θρόνου του ο πλήρης πνεύματος ιεροπρεπείας και ελληνοπρεπείας, αλύγιστος αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, δίνοντας και το σύνθημα της αντιστάσεως εναντίον των λυκανθρώπων του Βορρά. (Αν, σκέφτομαι, αν ο νυν αρχιεπίσκοπος παραιτούνταν τώρα που ξεπουλούν όσια και ιερά οι σημερινοί «Τσολάκογλου», τι τεράστια εντύπωση θα έκανε και πόσο θα παρηγορούσε τον λαό. Θα κέρδιζε σπουδαία θέση στις καρδιές μας και στην ιστορία).
Τον διαδέχτηκε στον θρόνο του, ο Δαμασκηνός Παπανδρέου, ο από Κορινθίας, λαμπρός κι αυτός.
Τον Μάρτιο του 1943, ο Δαμασκηνός ηγήθηκε συλλαλητηρίου στην Αθήνα για την ματαίωση της Πολιτικής Επιστράτευσης που είχαν εξαγγείλει οι Γερμανοί. Όταν ένας Γερμανός αξιωματικός τον απείλησε με εκτέλεση, ο αρχιεπίσκοπος απάντησε ατάραχος με τούτα τα σπουδαία λόγια: «Ακούστε καλά και μην με απειλείτε. Σε τούτον τον τόπο είναι συνήθεια τους δεσποτάδες οι εχθροί να μην τους τουφεκίζουν, αλλά να τους κρεμάνε!!». (Αναφερόταν βέβαια στον μαρτυρικό θάνατο του αγίου Γρηγορίου του Ε΄ κατά την έναρξη του Ιερού Αγώνος του 1821).
Την επομένη η Γερμανική Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση απέσυρε το διάταγμα της Πολιτικής Επιστράτευσης. «Ο καλός ο καπετάνιος στην φουρτούνα φαίνεται» λέει ο θυμόσοφος λαός. Καλώς ειπώθηκε ότι οι επίσκοποι είναι όχι μόνον διάδοχοι «τόπων» (θρόνων), αλλά και τρόπων.
Έβλεπα, όσο άντεχα, τούτες τις “σκοτεινές” ημέρες την συζήτηση στην Βουλή πιάνοντας την μύτη μου, όταν ανέβαιναν στο βήμα οι προσκυνημένοι. Άλλοι αμήχανοι, κάποιοι εν συγχύσει, αρκετοί παγεροί και στυγνοί, κατάλοιπα και αποκαΐδια του σταλινισμού, αρτηριοσκληρωτικοί διεθνιστές, ψέλλιζαν, εν μέσω ιδεοπενίας και αναμάσησης της θλιβερής επιχειρηματολογίας τους, την φράση «πατριωτικό καθήκον». «Παν απωθούμενο, προβάλλεται» κατά την ψυχολογία του Βάθους. “Απωθείς αισθήματα ενοχής στο ασυνείδητο. Η απώθηση μετασκευάζεται εις ψυχικόν σύμπλεγμα.
Το σύμπλεγμα προβάλλεται” (Ι. Κορναράκη “Ο Ιούδας”, εκδ. Κυριακίδη, σελ. 95). Για να εκτονωθεί ο συμπλεγματικός, για παράδειγμα ο ανήθικος, θα μιλήσει για ηθική και θα καταδικάζει, μετά βδελυγμίας, τους διεφθαρμένους. Ο φιλάργυρος θα κατηγορεί τους φιλοχρήματους και θα εξυμνεί τα καλά της γενναιοδωρίας. Ο προδότης θα επικαλείται τον πατριωτισμό, γιατί τον πνίγει, τον ροκανίζει το αίσθημα ενοχής. Το εσωτερικό δικαστήριο δύσκολα μπαζώνεται. Όσο αθεόφοβοι και ασυνείδητοι να είναι κάποιοι, κάποιο “γρατσούνισμα” υπάρχει στον «μέσα άνθρωπο». Όσο μιλούσαν, λέξεις-καρφιά στο φέρετρο της Μακεδονίας, κοιτούσαν στο διπλανό πρωθυπουργικό έδρανο.
Εκλιπαρούσαν για ένα νεύμα, ένα βλέμμα επιδοκιμασίας. Μικρά μυαλά. Θα έρθει η στιγμή που αρκετοί θα σκυλομετανιώσουν. Όταν φύγουν τα αρρωστημένα φώτα της δημοσιότητας και βρεθούν χωρίς ασυλίες και αξιώματα, θα πουν, σαν τον Ιούδα, «ήμαρτον αίμα αθώον παραδούς», το αίμα των Μακεδονομάχων. Και τότε η Ιστορία, τα κόκκαλα τα ιερά των Ελλήνων, θα πουν στο καθένα τους το αμείλικτο: «τι προς υμάς; συ όψει…». Ας όψονται οι νεκροθάφτες… Τα προκλητικά χαχανητά και οι γελοίες αγκαλίτσες στην Βουλή, σε κλαυθμό και οδυρμό θα καταλήξουν…
Δημήτρης Νατσιός δάσκαλος-Κιλκίς

via Έκτακτο Παράρτημα: Οι προδότες και οι… ΠΡΟΔΟΤΕΣ

Σχολιάστε

by | 29/01/2019 · 11:08 ΜΜ

Μακρυγιάννης: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα;» | Σημεία Καιρών

Αποτέλεσμα εικόνας για μακρυγιαννης ελλαδα

*Διαχρονικός και προφητικός ο λόγος του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Έβλεπε από τότε τον πόλεμο που δεχόταν η πατρίδα μας εντός και εκτός συνόρων…

Tότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη».

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό ‘χα, δεν τό ‘δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον.

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα:

«Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας». 

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι:

«Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».

πηγή:  http://koinoniaagion.blogspot.com/2011/02/blog-post_19.html

www.impantokratoros.gr

via Μακρυγιάννης: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα;» | Σημεία Καιρών

Σχολιάστε

by | 29/01/2019 · 11:05 ΜΜ

Αν και οι δύο ζούσαν για μερικά χρόνια ακόμη τότε σίγουρα η πορεία του Ελληνισμού θα ήταν διαφορετική… | Σημεία Καιρών

agiosioannisvatatzisagiografia2a

πηγή φώτο: www.ixnk.gr

*Ηγέτες πρότυπα που ονειρευόντουσαν μια Ελλάδα δυνατή που θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια της και να ξαναγίνει μία ανεξάρτητη δύναμη, όπως στο ένδοξο παρελθόν της… 

~ Παίρνοντας αφορμή από την εκδήλωση που συνδιοργανώθηκε στο Κάστρο του Διδυμοτείχου, από τον Ιστορικό και πολιτιστικό σύλλογο Διδυμοτείχου «Καστροπολίτες Γνώση και Δράση», την Ενωμένη Ρωμηοσύνη, την Κίνηση Αλληλεγγύης Πολιτών Αλεξανδρούπολης, την Εφημερίδα Αντιφωνιτής και την Αχελώος Τηλεόραση με θέμα: Ιωάννης Καποδίστριας ¨Η ζωή, οι αγώνες και το εγκώμιο του πρώτου Εθνικού Κυβερνήτη της Ελλάδας¨, άδραξα την ευκαιρία κάνοντας έναν χαιρετισμό, να αναφερθώ στα κοινά σημεία δύο μεγάλων ηγετών της Ρωμηοσύνης. Ο ένας εξ αυτών ήταν φυσικά ο Ιωάννης Καποδίστριας, το τιμώμενο πρόσωπο της εκδήλωσης. Ο δεύτερος ήταν ο ¨οικοδεσπότης¨ της βραδιάς, ο εκ Διδυμοτείχου καταγόμενος, Αυτοκράτορας της Ρωμανίας και Άγιος της Εκκλησίας μας Ιωάννη Γ΄ Δούκας Βατάτζης.

Αν εξετάσουμε το βίο και τα έργα των δύο ανδρών, θα δούμε ότι έχουν πάρα μα πάρα πολλά κοινά σημεία. Για τον λόγο αυτό ερανίστηκα ως επικεφαλίδα του κειμένου μου, τον τίτλο από το έργο του ενάρετου Πλουτάρχου «Βίοι Παράλληλοι», προσπαθώντας παρακάτω να αποδείξω του λόγου το αληθές.

Τα κοινά τους σημεία τα συναντάμε από το ξεκίνημα της ζωής τους, και οι δύο ήταν γόνοι αρχοντικών οικογενειών, έλαβαν υψηλή μόρφωση και το κυριότερο διδάχθηκαν και βίωσαν την Ορθόδοξη Πίστη. Η ελεημοσύνη και η αγάπη που έδειξαν προς τους συνανθρώπους τους από μικρή ηλικία, αλλά και αργότερα όταν διετέλεσαν κυβερνήτες, αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση.

Υπήρξαν ηγέτες της Ρωμηοσύνης σε δύσκολες και κομβικές εποχές. Ο Ιωάννης Βατάτζης διετέλεσε Αυτοκράτορας της Ρωμανίας από το 1222 έως το 1254 με έδρα την εξόριστη πρωτεύουσά της, τη Νίκαια της Μικράς Ασίας. Εξόριστη διότι ως γνωστόν οι Φράγκοι σταυροφόροι είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη το 1204, με αποτέλεσμα η πάλαι ποτέ κραταιά αυτοκρατορία να κατακερματιστεί και να μοιραστεί σε Φραγκικά βασίλεια (πλην των περιοχών της Νίκαιας, της Ηπείρου και της Τραπεζούντας). Ο Ιωάννης Καποδίστριας ανέλαβε να κυβερνήσει το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος από το 1828 έως τη δολοφονία του το 1831. Ο μεν πρώτος ανέλαβε τη διακυβέρνηση του κράτους της Νίκαιας από τον πεθερό του τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη (το οποίο δεν ήταν απόλυτα οργανωμένο), αυτός κατάφερε από το 1204 έως το 1222 να βάλει τις βάσεις ώστε να δημιουργηθεί μία εστία αντίστασης με βασικό στόχο την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας. Ο δε Καποδίστριας ανέλαβε να κυβερνήσει ένα κράτος το οποίο δημιουργήθηκε μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς και 7 χρόνια επαναστατικού αγώνα.

Και οι δύο δηλαδή έπρεπε να οργανώσουν δημόσια διοίκηση, οικονομία, παιδεία και στρατό. Επίσης σε διπλωματικό επίπεδο, απαιτούνταν να κινηθούν με προσεκτικά βήματα στη γεωστρατηγική σκακέρια της εποχής τους.

Σχετική εικόνα

Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβαν τη διακυβέρνηση του κράτους τους, έδωσαν μεγάλη βαρύτητα στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου του λαού. Για να το καταφέρουν αυτό, νομοθέτησαν, πήραν μέτρα και συγκρούστηκαν με τους άρχοντες και το κατεστημένο της εποχής. Και το πιο βασικό είναι ότι στάθηκαν δίπλα στο λαό με τη φυσική τους παρουσία, δεν είναι τυχαίο που τον μεν Ιωάννη Βατάτζη ο λαός τον αποκαλούσε ¨πατέρα των Ελλήνων¨ και τον δε Ιωάννη Καποδίστρια ¨μπαρμπαγιάννη¨.

Στην οικονομική πολιτική υπήρξαν πρωτοπόροι, ο Βασιλιάς της Νίκαιας κατάφερε με τις ενέργειές του να δημιουργήσει οικονομική αυτάρκεια για το κράτος του. Υπήρξε ο τελευταίος Αυτοκράτωρ της Ρωμανίας που έκοβε καθαρό και ισχυρό νόμισμα. Με νομοθετικά διατάγματα απαγόρεψε τις εισαγωγές και ευνόησε την εγχώρια παραγωγή, διένειμε καλλιεργήσιμη γη στους ακτήμονες, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια καλπάζουσα ανάπτυξη στον πρωτογενή τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία, βιοτεχνία κλπ). Το κράτος της Νίκαιας αν και ήταν σε συνεχή εμπόλεμη κατάσταση δεν δοκίμασε ποτέ έλλειψη χρημάτων. Ο Κερκυραίος πολιτικός αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του παρέλαβε άδεια ταμεία, καθώς και την υποχρέωση να αποπληρώσει τα πρώτα δυσβάσταχτα δάνεια της επαναστάσεως. Ο Καποδίστριας επέβαλε άμεσα τάξη στα οικονομικά παρουσιάζοντας ένα οργανωμένο λογιστικό και διοικητικό σύστημα. Δημιούργησε την πρώτη ελληνική τράπεζα βάζοντας υποθήκη την προσωπική του περιουσία και καθιέρωσε τον Φοίνικα ως εθνικό νόμισμα. Συγκρούστηκε με τους μεγαλοκτήμονες καθώς προσπάθησε να μοιράσει την εθνική γη και να δημιουργήσει μια τάξη μικροκαλλιεργητών. Αναβάθμισε την γεωργία εισάγοντας νέα εργαλεία και νέες καλλιέργειες. Επίσης έδωσε βαρύτητα στην επαγγελματική μόρφωση των αγροτών, οι οποίοι υποστηρίζονταν στο έργο τους από γεωπόνους που περιόδευαν σε όλη την επικράτεια. Άνθηση παρουσίασε και το εμπόριον, το οποίο διακινούνταν μέσω της εμπορικής ναυτιλίας. Η ελληνική σημαία ταξίδευε σε όλη τη Μεσόγειο προκαλώντας το εμπορικό κατεστημένο της εποχής.

Στον τομέα των υποδομών, παροχών και της εσωτερικής διοίκησης οι δύο Ρωμηοί ηγέτες ήταν αποτελεσματικότατοι. Και οι δύο ανοικοδόμησαν δημόσια κτίρια, νοσοκομεία, πτωχοκομεία, λιμενικά έργα, σχολεία, βιβλιοθήκες κλπ. Στη δημόσια διοίκηση επέλεγαν τους υπαλλήλους με αξιοκρατικά κριτήρια και όχι με βάση την ταξική τους καταγωγή. Μεγάλη βαρύτητα έδωσαν στην απονομή δικαιοσύνης καθώς και στην πάταξη όλων όσων επεδίωκαν να ζημιώσουν τους κοινωνικά και οικονομικά αδυνάτους.

Επίσης μεγάλη σημασία έδωσαν και στην ανάπτυξη της παιδείας, είναι γνωστό ότι ο Ιωάννης Βατάτζης έβαλε τις βάσεις για τη δημιουργία της λεγόμενης «Παλαιολόγιας Αναγέννησης» καθώς κατάφερε να διασώσει πολλά κείμενα από την φραγκική λαίλαπα και να οργανώσει ένα αξιοζήλευτο σύστημα παιδείας. Ο Ιωάννης Καποδίστριας εργάστηκε για την παιδεία των Ελλήνων πριν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντα του ως κυβερνήτης της Ελλάδος. Το 1814 στο συνέδριο της Βιέννης ζήτησε οικονομική βοήθεια υπέρ των πτωχών Ελλήνων, και κατάφερε να ιδρύσει και να συντηρήσει πολλά σχολεία. Όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, παρόλα τα πολλά οικονομικά προβλήματα, προέβη σε άμεσες ενέργειες για την ανάπτυξη της παιδείας. Ίδρυσε σχολεία, ορφανοτροφεία, τυπογραφεία και διηύθυνε με μεγάλη προσοχή τη λειτουργία τους.

Στο διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο ο Ιωάννης Βατάτζης και ο Ιωάννης Καποδίστριας ανήκουν στους κορυφαίους της παγκόσμιας ιστορίας. Ο πρώτος με το που ανέλαβε το θρόνο της Νίκαιας πολέμησε και νίκησε του Φράγκους και τους Τούρκους, επεκτείνοντας τα σύνορα του κράτους του. Στη συνέχεια πολέμησε με τους Βουλγάρους και τους ομοεθνείς ηγεμόνες του Δεσποτάτου της Ηπείρου, επεκτείνοντας την επικράτειά του από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Αδριατική. Κατά τη διάρκεια αυτών των συγκρούσεων, ο Βατάτζης είχε το πλεονέκτημα λόγω του ότι κινούνταν με καρτερικότητα και διπλωματία. Όποτε χρειάστηκε συμμάχησε με τους Βουλγάρους, τους Τούρκους (ειδικά την περίοδο των Μογγολικών επιδρομών) και με τον Γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β΄ Χοενστάουφεν. Ο Φρειδερίκος ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός του πάπα και έτσι ο Βατάτζης με τη συμμαχία αυτή έβαζε φρένο σε κάθε απόπειρα του ποντίφικα στο να στείλει ενισχύσεις στους Φράγκους της Κωνσταντινούπολης. Άξια βεβαίως αναφοράς είναι η επιστολή απάντηση που έστειλε στον πάπα Γρηγόριο Θ΄, από την οποία φαίνεται ότι ο Διδυμοτειχίτης βασιλιάς δεν είχε καμία τάση υποτέλειας προς τον πλανητάρχη της εποχής, στου οποίου τα επιχειρήματα απάντησε με υπερηφάνεια και ειρωνεία.

Επίσης και ο Καποδίστριας υπήρξε κορυφαίος διπλωμάτης και στρατηγικός εγκέφαλος. Πριν ακόμη αναλάβει τη διακυβέρνηση της Ελλάδος ως αξιωματούχος και υπουργός εξωτερικών της Ρωσικής αυτοκρατορίας, έδειξε την αξία του με την πολιτική διοργάνωση της Βεσσαραβίας, της Ελβετίας και την επιτυχή για τα Ελληνικά θέματα παρουσία του στο συνέδριο της Βιέννης. Όταν ανέλαβε τις τύχες της Ελλάδος κινήθηκε διπλωματικά με μεγάλη επιτυχία σε δύο άξονες. Τήρησε την πολιτική ίσης φιλίας προς τις τρεις δυνάμεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) και κατόπιν κινήθηκε με το «δια βαθμών προχωρείν» δηλαδή σύμφωνα με τις κάθε φορά υπάρχουσες συνθήκες. Με αυτές τις πρακτικές κατόρθωσε να υπογραφεί συνθήκη η οποία προέβλεπε την αποχώρηση των Αιγυπτιακών δυνάμεων από την Ελλάδα. Στον τομέα των στρατιωτικών επιχειρήσεων είχε δείξει τις αρετές του είδη από την εποχή που κυβερνούσε την Ιόνιο Πολιτεία, τότε είχε οργανώσει με στρατηγικό τρόπο την άμυνα της Λευκάδας, αποτρέποντας τον Αλή πασά να επιτεθεί εναντίον της. Όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ελλάδος το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου κατείχε ο Ιμπραήμ και τη Στερεά Ελλάδα κατείχε ο Κιουταχής. Ο Καποδίστριας άμεσα οργάνωσε το στράτευμα ανασυντάσσοντας τις ένοπλες δυνάμεις και κατάφερε αρχικά να προστατεύσει τα είδη υπάρχοντα σύνορα. Ίδρυσε την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και οργάνωσε το πολεμικό ναυτικό. Αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών του ήταν το 1829 ο συγκροτημένος Ελληνικός Στρατός να απελευθερώσει ολόκληρη τη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Επακόλουθο αυτής της επιτυχίας, ήταν να ορισθεί στο πρωτόκολλο του Λονδίνου ως σύνορο μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής αυτοκρατορίας η γραμμή Παγασητικού – Αμβρακικού.

Ένα άλλο βασικό κοινό τους χαρακτηριστικό (ίσως και το πιο ενδεικτικό) είναι ότι και οι δύο δεν δεχόταν να πληρώνονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν έπαιρναν δηλαδή μισθό απ΄το δημόσιο ταμείο. Είχαν την κοινή πεποίθηση ότι θα έπρεπε να φροντίζουν πρώτα για τους υπηκόους τους και μετά για τον εαυτό τους και δεν ανεχόταν αυτοί να καλοπερνούν και ο λαός να υποφέρει. Και αφού αναφέραμε τις τόσες ομοιότητές τους ας μνημονεύσουμε και το γεγονός που διαφοροποιεί τους βίους τους. Το γεγονός αυτό είναι ότι παρόλο που και στους δύο έγιναν απόπειρες δολοφονίας (διότι και οι δύο όπως προαναφέραμε αντιτάχθηκαν στα συμφέροντα των πλουσίων) ο Καποδίστριας ήταν αυτός που έπεσε νεκρός από τη δολοφονική απόπειρα της 27ης Σεπτεμβρίου του 1831, εν αντιθέσει με τον Ιωάννη Βατάτζη τον οποίο οι συνωμότες δε μπόρεσαν να του κάνουν κακό.

Αν και για την οικονομία του χώρου παρατέθηκαν ελάχιστα στοιχεία για το βίο και τα έργα των δύο μεγάλων ηγετών της Ρωμηοσύνης, μπορούμε όμως ως επίλογο του παρόντος κειμένου να συμπεράνουμε πως και οι δύο ήταν οξυδερκέστατοι κυβερνήτες έχοντας μια συνολική αντίληψη για τη διακυβέρνηση του κράτους τους. Αν και οι δύο ζούσαν για μερικά χρόνια ακόμη τότε σίγουρα η πορεία του Ελληνισμού θα ήταν διαφορετική. Ως γνωστόν το θάνατο του Ιωάννη Βατάτζη εκμεταλλευτικέ ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, ο οποίος σφετερίστηκε το θρόνο της Ρωμανίας από τους διαδόχους του Βατάτζη και ¨κατάφερε¨ μέσα σε λίγα χρόνια να ξαναδώσει εμπορικά προνόμια στις Ιταλικές δημοκρατίες και να αποδυναμώσει οικονομικά το κράτος, με αποτέλεσμα τα επόμενα χρόνια να χαθεί η Μικρά Ασία και να ισχυροποιηθεί οι παρουσία των Οθωμανών. Οι οποίοι Οθωμανοί εκμεταλλευόμενοι τα αλλεπάλληλα λάθη των αυτοκρατόρων της Δυναστείας των Παλαιολόγων, το 1453 κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Το ίδιο ισχύει και για τον Ιωάννη Καποδίστρια καθώς αν ζούσε μερικά χρόνια ακόμη θα κατάφερνε να ισχυροποιήσει τις δομές που εισήγαγε για τη δημιουργία του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους και δε θα υπήρχε η καταστροφική κυβέρνηση των βαυαρών καθώς και άλλα πολλά κακώς κείμενα τα οποία μας κατατρέχουν μέχρι και σήμερα.

πηγή: enromiosini.gr

via Αν και οι δύο ζούσαν για μερικά χρόνια ακόμη τότε σίγουρα η πορεία του Ελληνισμού θα ήταν διαφορετική… | Σημεία Καιρών

Σχολιάστε

by | 29/01/2019 · 11:02 ΜΜ

Θα μας φανούν δύσκολα | Πεμπτουσία

20160129-3
Και τα εύκολα και υποφερτά θα μας φανούν δύσκολα, αν είμαστε νωθροί και οκνηροί.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

via Θα μας φανούν δύσκολα | Πεμπτουσία

Σχολιάστε

by | 29/01/2019 · 10:59 ΜΜ

Φως και σκοτάδι | Πεμπτουσία

2016012803

Χωρίς το φως όλα είναι σκοτεινά και χωρίς την ταπεινοφροσύνη τίποτε δεν υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, παρά μόνο ένα σκοτάδι.

Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ

via Φως και σκοτάδι | Πεμπτουσία

Σχολιάστε

by | 29/01/2019 · 12:26 ΠΜ
Αρέσει σε %d bloggers: