Tag Archives: Θαύματα Παναγίας

Προσευχή χαροκαμένης μάνας στην Παναγία: «Δεν είμαι χαζή να χάσω την Ανάσταση του γιού Σου…» – Το Zωντανό Iστολόγιο

Μια μάνα χάνει το 42χρονο γιό της Μεγάλο Σάββατο απόγευμα, προσεύχεται στην Παναγία να την ενισχύσει και πηγαίνει στην Ανάσταση.

Εξιστόρηση θαυμαστού, σύγχρονου περιστατικού στην Θεσσαλία από τον π. Στυλιανό Τσιπούρα στον τηλεοπτικό σταθμό TV100 Θεσσαλονίκη, εκπομπή «Πεδίο Ιδεών» (youtube).

Το περιστατικό είναι καταγεγραμμένο στο βιβλίο του Διονυσίου Μακρή «Όπως μιλάει ο Θεός».

Η συνολική τηλεοπτική εκπομπή είναι διαθέσιμη εδώ.

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ι.

Πηγή: Προσευχή χαροκαμένης μάνας στην Παναγία: «Δεν είμαι χαζή να χάσω την Ανάσταση του γιού Σου…» – Το Zωντανό Iστολόγιο

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Είδε τα μεγάλα πεύκα της περιοχής να λυγίζουν, και την Παναγία ντυμένη στα λευκά να εισέρχεται εντός του Ναού

Σε νεαρή ηλικία ο Ηράκλης Βασιλείου καθώς βοηθούσε με την βόσκηση των προβάτων της οικογένειας στην περιοχή της Παναγίας Ελεούσας,που βρίσκεται μεταξύ Γιαλούσας και Ριζοκαρπάσου, στην κατεχόμενη Καρπασία, έζησε ένα θαύμα.

Είδε τα μεγάλα πεύκα της περιοχής να λυγίζουν,και την Παναγία ντυμένη στα λευκά να περνά από μέσα και να προχωρεί και να εισέρχεται εντός του Ναού.

Πρόσφυγας πλέον,έβαλε στόχο να κτίση ένα ξωκλήσι για την Παναγία.Μόνος και με βοήθεια απο το παιδιά του έκτισε ένα μικρό ναό στην Μεγαλόχαρη, την Παναγία Έλεούσα.

Μετά έκτισε ακόμα ένα,της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και τώρα βρίσκεται στο στάδιο κτισίματος και τρίτου ναού.Βρίσκονται όλα λίγο έξω από το χωριό Κελλιά ,της επαρχίας Λάρνακας.

Πρέπει να τονίσω ότι ότι έχει κάνει αυτός ο άνθρωπος είναι με δικά του έξοδα.Χρήματα που αφήνουν οι πιστοί πηγαίνουν όλα στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου στα Κελλιά.

Η Εκκλησία της Παναγίας Ελεούσας στην κατεχόμενη Καρπασία μας. Βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση εξαιτίας της τουρκικής εισβολής

Το ξωκλήσι που έχει κτίσει ο Ηράκλης και που το επισκέπτονται εκατοντάδες πιστοί

Το ξωκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος που έκτισε ο Ηράκλης, με ένα ιδιαίτερο φόντο.Η πρόσβαση γίνεται από μιά ξύλινη σκάλα και γέφυρα πάνω από τον ποταμό των Ρινιών.

Η είσοδος του ναού του Τιμίου Προδρόμου και Αγίου Σπυρίδωνα που άρχισε να κτίζει ο Ηράκλης

Απο το facebook

Πηγή: Προσκυνητής

το «σπιτάκι της Μέλιας»

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Σύλλογος Φίλων των Απανταχού Κρυπτοχριστιανών: -Εγώ είμαι αυτή που με καλείς κάθε βράδυ στην προσευχή σου. Είμαι η προστάτιδα αυτού του τόπου, γι’ αυτό και το αποκαλώ περιβόλι μου


~ Κάποτε ένας ιερεύς που ήταν αγνός σαν κρύσταλλο, καθαρός και αμίαντος από κάθε τι αισχρό, ρυπαρό και σαρκικό, βρέθηκε, ακούτε τώρα; βρέθηκε ο εν λόγω ιερεύς ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες στο κελί μιας συνοδείας στο Άγιον Όρος που του πρόσφερε ολοκάρδια φιλοξενία Το πρώτο βράδυ αφού αγρύπνησε με πολλά πολλά δάκρυα, κατάκοπος και καταπονεμένος, ξάπλωσε για λίγο να αναπαυθεί γιατί ύστερα από λίγο θα έπρεπε να σηκωθεί με το τάλαντο για τη μετα-μεσονύχτια Θεία Λειτουργία.
Εντελώς απροσδόκητα βλέπει μια τεράστια λευκή γάτα, από το πουθενά, να πηδάει και να γαντζώνεται στον ώμο του και να βυθίζει τα νύχια της στο λαιμό του και κυρίως στις καρωτίδες με σκοπό να τις ξεσχίσει. Του κόπηκε η αναπνοή και μόνο όταν φώναξε “Παναγία μου σώσε με”, απηλλάγη αυθόρμητα από τη σατανική της παρουσία.
Το ανέφερε την επομένη στο Γέροντα της συνοδείας και κείνος με την μακρόχρονη πείρα του, του απάντησε ότι ο διάβολος ήθελε να τον εκδικηθεί, αφ’ ενός μεν γιατί διατηρούσε την ψυχοσωματική του αγνότητα και κατά δεύτερον διότι δεν γόγγυσε στις πολλαπλές θλίψεις, πειρασμούς και τους διωγμούς που είχε στη ζωή.
Αυτό συνέβη επί τρεις-τέσσερις συνεχείς νύχτες αλλά λυτρώνονταν πάντοτε με τη βοήθεια της Παναγίας και μάλιστα της Φοβεράς Προστασίας την οποία επικαλείτο. – Φοβερά Προστασία είναι μια εικόνα η οποία υπάρχει στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου.
Την τετάρτη νύχτα μετά τον πειρασμό εμφανίζεται μέσα σε ένα εκτυφλωτικό φως, ως φωτοδόχος λαμπάδα, μια υπέροχη γυναίκα, ψηλή, με βασιλική μεγαλοπρέπεια, ολόλαμπρη και με απερίγραπτο το κάλλος του προσώπου της. Και ευθύς αμέσως διεξήχθη ο εξής διάλογος:
Του είπε -όπως καταλάβατε ήταν η Παναγία-
-Μη φοβάσαι. Εγώ σε προστατεύω
-Και ποια είσαι εσύ, άκουσε τον εαυτό του να ρωτάει, χωρίς όμως να μπορεί να εξηγήσει εκ των υστέρων αν μιλούσε με το στόμα του ή με το νου του. Εγώ σχέσεις με γυναίκες δεν έχω, ούτε είχα και ποτέ, εσύ γυναίκα πώς βρέθηκες εδώ;
Ήταν ακόμα ζαλισμένος απ’ το εκτυφλωτικό φως.
Γι’ αυτό και μιλούσε σαν να ήταν μεθυσμένος.
-Εγώ είμαι αυτή που με καλείς κάθε βράδυ στην προσευχή σου. Είμαι η προστάτιδα αυτού του τόπου γι’ αυτό και το αποκαλώ περιβόλι μου.
Και προσθέτει:
-Εγώ είμαι εκείνη που τους καταξιωμένους διακόνους, πρεσβυτέρους και επισκόπους ενδύω με θεοΰφαντα ιερατικά άμφια, τα οποία λαμβάνω από τον ουράνιον θρόνον του Υιού μου όταν πρόκειται αυτοί να λειτουργήσουν.
Εξακολουθεί ο ιερεύς:
-Και το όνομά σου ποιό είναι;
-Αυτό που επικαλείσαι στις προσευχές σου κάθε μέρα.
Και χάθηκε η φωτοδόχος λαμπάδα, που έλαμψε ως θεϊκό όραμα πλημμυρίζοντας την ύπαρξή του και τον γύρω χώρο από χιλιάδες αρώματα και μύρο.
Όσο όμως τα διηγείτο αυτά ο εν λόγω ιερεύς, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτόν του από τους λυγμούς της συντριβής που ένοιωθε, τις ευχαριστίες και του φόβου προς τον Θεόν. Αυτή η συντριβή ήταν σε τέτοιο βαθμό που χωρίς κι εγώ να το καταλάβω, και τα δικά μου μάτια πλημμύρισαν από δάκρυα ευγνωμοσύνης προς τον Θεόν του διδώναι κατά το μέτρον της δωρεάς Του τοιαύτα τοις ιερεύσι.

π. Ευθύμιος Μερτζάνης

πηγή: www.facebook.com
https://simeiakairwn.wordpress.com

Πηγή: Σύλλογος Φίλων των Απανταχού Κρυπτοχριστιανών: -Εγώ είμαι αυτή που με καλείς κάθε βράδυ στην προσευχή σου. Είμαι η προστάτιδα αυτού του τόπου, γι’ αυτό και το αποκαλώ περιβόλι μου

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Ἡ Παναγία, τό λάδι καί τό ψωμί – Μία ἀληθινή ἱστορία

Γιάννη Πρόφη λαογράφου-συγγραφέα

REUHJRH4Ἡ κυρα-Μαρία, ἡ «Καραβίδαινα», νεωκόρος, «κλησάρισσα» στὴν ἐνορία τῆς «Παναγίας τοῦ Κουρσαλᾶ» στὸ Κορωπί, μπῆκε στὴν παγωμένη ἐκκλησιὰ ἐκεῖνο τὸ βροχερὸ χειμωνιάτικο ἀπόγευμα τῆς Κατοχῆς. Ἡ ἐκκλησιὰ ἦταν σκοτεινὴ καὶ ἔρημη. Τὸ λιγοστὸ φῶς ποὺ ἔμπαινε ἀπὸ τὰ πλαϊνὰ παράθυρα δὲν ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ φωτίσει τὸ μέσα μέρος της, στὴ μεριὰ τοῦ τέμπλου. Οὔτε καντήλι οὔτε κερὶ ὑπῆρχε ἀναμμένο. Ποῦ νὰ βρεθεῖ λάδι; Εἶχε περάσει σχεδὸν μία βδομάδα καὶ τὰ καντήλια ἦταν ὅλα σβηστά. Κι ἡ ἴδια ἡ κλησάρισσα, χήρα γυναῖκα, ἤτανε νηστικιὰ ἐδῶ καὶ τρεῖς μέρες. Δὲν εἶχε λίγο ψωμὶ νὰ βάλει στὸ στόμα της, οὔτε ξεροκόμματο. Καμμιὰ δουλειὰ δὲν εἶχε νὰ κάνει στὴν ἐκκλησιὰ ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα ἡ κυρὰ-Μαρία. Τὶς δουλειὲς τὶς εἶχε κάνει ὅλες ἀπὸ τὸ πρωί. Στὴν ἐκκλησιὰ μπῆκε μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κάνει παρέα στὴ φιλενάδα της, τὴν Παναγία τοῦ τέμπλου, καὶ νὰ κλάψει τὸν πόνο της. Πῆρε ἕνα σκαμνί, κάθισε μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα καὶ βυθίστηκε στὶς σκέψεις της. Ἡ εἰκόνα ἤτανε σκοτεινή, μόνο ἕνα ἀντιφέγγισμα στὸ ἀσημένιο της φωτοστέφανο φαινόταν. Κι ἄλλες φορὲς εἶχε καθίσει ἔτσι κοντὰ στὴν Παναγία, ἀλλὰ τότε ἡ εἰκόνα ἤτανε φλύαρη, τῆς μιλοῦσε καὶ τῆς ἔλεγε πολλά.

Σήμερα ὅμως ἦταν ἐντελῶς σιωπηλὴ καὶ ἀμίλητη. Ἡ κυρα-Μαρία κατάλαβε: Ἡ Παναγία ἤτανε στενοχωρημένη, γιατί τὸ καντήλι της ἤτανε σβηστό. Σηκώθηκε ἀπὸ τὸ σκαμνὶ καὶ γονάτισε μπροστά Της. Σὰ βρύση τρέξανε ἀπὸ τὰ μάτια τῆς τὰ δάκρυα. «Ἄχ, Παναγιά μου ἀσημένια (1) , ψιθύρισε, κᾶνε τὸ θᾶμα σου! Στεῖλε μου λίγο λάδι νὰ σ΄ ἀνάψω τὸ καντήλι σου, γιατί κι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σὲ βλέπω νἆσαι μέσα στὸ σκοτάδι. Μοῦ μαυρίζει ἡ καρδιά μου… Ὅσο γιὰ μένα, ἕνα μικρὸ κομματάκι ψωμὶ μοῦ φτάνει… Ἐσὺ ὅλα τὰ μπορεῖς, κᾶνε τὸ θᾶμα σου!…» Ἐδῶ ἡ κυρα-Μαρία τελείωσε τὴν προσευχή της, σηκώθηκε ὄρθια, σκούπισε τὰ δάκρυά της καὶ περίμενε ἀπόκριση. Περίμενε, περίμενε, ἀλλὰ τίποτα, ἄκρα σιωπή, οὔτε ἕνας ψίθυρος δὲν ἀκούστηκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα. Ἀπελπίστηκε ἡ κυρα-Μαρία. Ἔπιασε τὸ κεφάλι της ἀνάμεσα στὶς παλάμες της καὶ θρήνησε: «Ἄχ, Παναγιά μου ἀσημένια, ξανάπε, μόι! πῶς καταντήσαμε ἔτσι ἐμεῖς οἱ δύο; Ἐσὺ χωρὶς λάδι κι ἐγὼ χωρὶς ψωμί (2) …» Πῆγε καὶ ξανακάθισε στὸ σκαμνὶ καὶ περίμενε μήπως ἀκούσει κάτι.

Ἀσημένια Παναγία, εἰκὼν τέμπλου Ἱ. Μ. Βηθλεὲμ Κορωπίου Ἀττικῆς

Κι ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα τόσο τὴν ἔπνιγε ἡ ἀπελπισία. «Δὲν μπορεῖ, κάτι θὰ γίνει», σκέφτηκε σὲ μία στιγμή, γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν ἑαυτό της. Καὶ νά, μέσα σ’ αὐτὴ τὴ σιωπή, κάτι τῆς φάνηκε ὅτι ἄκουσε, σὰν κάποιος νὰ γύρισε τὸ χερούλι τῆς πόρτας. Ἀλλὰ ὁ ἦχος ἤτανε τόσο ἐλαφρὺς καὶ σιγανός, ποὺ νόμισε ὅτι τ’ ἀφτί της τὴν ξεγέλασε. Δὲν ἔδωσε σημασία καὶ παραδόθηκε καὶ πάλι στὶς μαῦρες σκέψεις της. Ὅμως τώρα τῆς φάνηκε πὼς ἄκουσε μέσα στὴν ἐκκλησιὰ ἀνάλαφρα βήματα, σιγανὰ καὶ ἤρεμα, ποὔρχονταν πρὸς τὸ μέρος της. Γύρισε καὶ κοίταξε πίσω της. Εἶδε μία σκοτεινὴ γυναικεία μορφὴ μὲ μαντήλι στὸ κεφάλι. Τρόμαξε λίγο, μὰ ἀμέσως μπόρεσε νὰ ξεχωρίσει στὸ πρόσωπο τῆς γυναίκας ἕνα μικρὸ χαμόγελο καὶ ἡσύχασε. «Κάποια γνωστὴ θἆναι», σκέφτηκε κι ἀμέσως ρώτησε: «Ποιά εἶσαι, θέλεις τίποτα;» Ἡ ἀπόκριση ἦρθε ἀμέσως: «Ἡ Κοῦλα εἶμαι, Μαρία μου… Ἡ Κοῦλα τοῦ Ἠλία τοῦ Πρόφη… Εἶναι σκοτάδι ἐδῶ μέσα, γι’ αὐτὸ δὲν μὲ γνώρισες… «Ἄ, ἡ Κοῦλα εἶσαι; Καλῶς τηνε…», τῆς εἶπε ἡ κλησσάρισσα καὶ συνέχισε: «Καὶ πῶς ἦρθες τέτοια ὥρα ἐδῶ, μόι Κοῦλα; Ἀπόψε δὲν ἔχουμε λειτουργία…». «Τὸ ξέρω, ἀλλὰ ἦρθα νὰ σοῦ φέρω αὐτά», εἶπε ἡ γυναῖκα κι ἀμέσως ξεκρέμασε ἕνα μικρὸ ταγάρι ποὖχε στὸν ὦμο της καὶ τὄδωσε στὴν κλησάρισσα. «Καὶ τί ’ναι αὐτὰ ποὺ ἔφερες;», ξαναρώτησε αὐτὴ μὲ λαχτάρα καὶ τὸ μυαλό της πῆγε στὸ λάδι καὶ στὸ ψωμί. «Σοῦ ‘φερα ἕνα μικρὸ μπουκάλι μὲ λάδι καὶ μισὸ καρβέλι ψωμί, ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔψησα σήμερα στὸ φοῦρνο», ἀπάντησε ἡ Κοῦλα. «Καὶ πῶς σηκώθηκες νἄρθεις ἐδῶ, μόι Κοῦλα, μὲ τέτοιο νερόχιονο ποὺ ρίχνει ἔξω;», ρώτησε αὐτὴ παίρνοντας στὰ χέρια της τὸ ταγάρι. Ἡ Κοῦλα κάθησε καὶ σκέφτηκε, δὲν εἶχε ἕτοιμη ἀπάντηση νὰ δώσει, ἀλλὰ στὸ τέλος τὴ βρῆκε: «Δὲν ξέρω, ἀλλὰ νά, ἐκεῖ ποὺ καθόμουνα στὸ τζάκι μόνη μου, σὰν κάποιος νὰ μὲ ἔσπρωξε καὶ νὰ μοῦ ’πε: Σήκω καὶ πήγαινε στὴν Παναγία, νὰ δώσεις λάδι καὶ ψωμὶ στὴ Μαρία τὴν κλησάρισσα. Γι’ αὐτὸ σοῦ τὰ ἔφερα…». Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια ἡ κυρα- Μαρία ταράχτηκε. Τὰ μάτια της πλημμύρισαν καὶ πάλι μὲ δάκρυα. Πῆγε μπροστὰ στὴν εἰκόνα κι ἔκανε ἀμέτρητα σταυροκοπήματα. Κι εὐχαριστοῦσε τὴν Παναγία μὲ λόγια ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει κανείς. Κι ὅταν τελείωσε, γύρισε καὶ εἶπε στὴν Κοῦλα: «Ἐγὼ ξέρω, μόι Κοῦλα, ποιός σ’ ἔστειλε. Νά, αὐτὴ ἡ Παναγία, ἡ Ἀσημένια, σ’ ἔστειλε. Τὴν ὥρα ποὺ ἐσὺ καθόσουνα στὸ τζάκι, ἐγὼ ἔκανα προσευχὲς καὶ τῆς ζητοῦσα νὰ κάνει τὸ θᾶμα Της, νὰ στείλει λίγο λάδι ν’ ἀνάψω τὸ καντήλι Της καὶ μία μπουκιὰ ψωμὶ γιὰ νὰ φάω κι ἐγώ… Καὶ νὰ ποὺ ἔκανε τὸ θᾶμα… Ἔστειλε ἐσένα νὰ τὰ φέρεις… Σ’ εὐχαριστῶ, Παναγία μου, καὶ σένα Κοῦλα μου!». Ἡ Κοῦλα δάκρυσε τώρα ἀπὸ χαρά. Δὲν τολμοῦσε οὔτε νὰ τὸ φανταστεῖ πὼς ἡ Παναγία τὴν εἶχε διαλέξει νὰ ἐκτελέσει τὴν ἐπιθυμία Της. Ἤτανε πολὺ μεγάλη αὐτὴ ἡ τιμὴ ποὺ τῆς ἔκανε. Πῆγε καὶ γονάτισε μπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ μὲ τὴ μελωδική της φωνὴ ἔψαλε ταπεινὰ μία προσευχή: «Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι…». «Ἔλα τώρα  ν’ ἀνάψουμε τὸ καντήλι της, ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν ἔχουμε σπίρτα», εἶπε τώρα ἡ κλησάρισσα στὴν Κοῦλα. «Φέρε ἐσὺ τὸ καντήλι καὶ σπίρτα ἔχω ἐγὼ μαζί μου», ἀπάντησε αὐτή.

Ἔβαλε ἡ κυρὰ Μαρία τὸ σκαμνὶ κάτω ἀπὸ τὴν καντῆλα, ἀνέβηκε πάνω καὶ κατέβασε τὸ ποτῆρι τοῦ καντηλιοῦ. Ἡ Κοῦλα τὸ γέμισε μὲ λάδι. Βάλανε καινούργιο λουμίνι, τὸ ἀνάψανε καὶ ἡ κυρα-Μαρία ἀνέβηκε καὶ πάλι πάνω στὸ σκαμνὶ καὶ ξανάβαλε τὸ ποτήρι στὴ θέση του. Ἀνάψανε μετὰ καὶ τὸ καντήλι τοῦ Χριστοῦ, δεξιὰ ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη. Ἡ ἐκκλησιὰ φωτίστηκε ὁλόκληρη. Ποτὲ ἄλλοτε δὲν τὴν εἴχανε δεῖ τόσο φωτισμένη. Ἡ Παναγιὰ στὴν εἰκόνα τῆς φαινότανε τώρα εὐχαριστημένη. Στὰ χείλη τῆς διακρίνανε ἕνα μικρὸ χαμόγελο. Ἡ ἐκκλησιὰ ζεστάθηκε ἀπότομα κι ἡ παγωνιὰ κι ἡ θλίψη ἐξαφανίστηκαν. Οἱ δύο γυναῖκες γονάτισαν τώρα μαζὶ μπροστὰ στὴν Παναγιὰ καὶ ψιθύριζαν προσευχές. Ἔψαλαν στὸ τέλος, «Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Σηκώθηκαν μετὰ ὄρθιες, φίλησαν τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ στάθηκαν ἀρκετὴ ὥρα νὰ τὶς κοιτάζουν. «Τώρα ἂς πηγαίνουμε», εἶπε σὲ κάποια στιγμὴ ἡ κυρα-Μαρία.

Ἡ κ. Κοῦλα

Κάνανε γιὰ τελευταία φορὰ τὸ σταυρό τους, προχώρησαν μαζὶ πρὸς τὰ ἔξω κι ἔκλεισαν τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς. Τώρα ἔξω εἶχε σκοτεινιάσει ἐντελῶς. Χαιρετηθήκανε, φιληθήκανε κι ἡ κάθε μία ἑτοιμάστηκε ν’ ἀναχωρήσει γιὰ τὸ σπίτι της. «Νἆσαι καλά, μόι Κοῦλα, ποὺ ἦρθες, γιατί πῆρες ἀπὸ πάνω μου μεγάλη σταναχώρια. Ἀπόψε θὰ κοιμηθῶ ἥσυχη», εἶπε ἡ κλησάρισσα. «Δὲν ἔκανα καὶ τίποτα σπουδαῖο, ἀλλὰ θέλω νὰ μὴν πεῖς σὲ κανένα τίποτα», ἀπάντησε ἡ ἄλλη φεύγοντας. «Ἔννοιά σου καὶ δὲν θὰ τὸ πῶ», τὴν καθησύχασε ἡ κυρα-Μαρία. Ἡ κλησάρισσα δὲν κράτησε τὸν λόγο της. Κάποτε διηγήθηκε αὐτὸ ποὺ συνέβη στὴ θεῖτσα Ἑλένη τοῦ Λουκᾶ τοῦ Πρόφη. Κι ἐκείνη τὸ εἶπε στὶς κόρες της. Κι οἱ κόρες της μᾶς τὸ διηγήθηκαν ὅταν ἔγινε τὸ μνημόσυνο τῆς μαμᾶς, σαράντα μέρες μετὰ τὸν θάνατό της καὶ πενήντα χρόνια μετὰ τὸ γεγονός. Ὅλοι τότε νιώσαμε νὰ γεμίζει ὁ ἀέρας γύρω μας μὲ μίαν «ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς».

 

1. Ἀρβανίτικα: Shërmëri ergjënde= Παναγία ἀσημένια.

2. Ἀρβανίτικα: Ti pa val edhe u pa bukë= Ἐσὺ χωρὶς λάδι κι ἐγὼ χωρὶς ψωμί.

Ἀναδημοσίευση ἀπό 11-8-2016

http://enromiosini.gr/arthrografia/%…e%b9/

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟ ΓΕΡΑΚΑΡΙ ΑΓΙΑΣ

Στο βίντεο αναφέρονται από ιερέα το ιστορικό της εικόνας και τα θαύματα της Παναγίας του Ευαγγελισμού στο Γερακάρι Αγιάς.

http://www.enromiosini.gr/optikoakoustiko-yliko/%ce%b7-%ce%b8%ce%b1%cf%85%ce%bc%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%83-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%b3%ce%b5%cf%81/

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Παναγία η Μελικιώτισσα…55 σφαίρες σε μια εικόνα

milekiotissa.jpg

Μισό αιώνα μετά, οι κάτοικοι της Μελίκης, στην Ημαθία ξαναζούν το θαύμα…

Το θαύμα της δικής τους Παναγίας, που έσωσε το χωριό και εκατοντάδες ψυχές από τον θάνατο την περίοδο του Εμφυλίου.
Η εικόνα της Παναγιάς της Μελικιώτισσας, που ήταν «κρυμμένη» για περισσότερο από 50 χρόνια, «εμφανίστηκε» και πάλι. Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under Χωρίς κατηγορία

Γυναίκα μου, έστειλες την Παναγία στο σπίτι μας!

 

Παναγία η Οδηγήτρια ,Σκήτη του Αγίου Βασιλείου -Άγιο Όρος Φωτό:diakonima.gr

Παναγία η Οδηγήτρια ,Σκήτη του Αγίου Βασιλείου -Άγιο Όρος
Φωτό:diakonima.gr

 

Ήλθε κρατώντας μια λαμπάδα σαν τον κορμό μικρού δένδρου! Ήταν πλημμυρισμένος χαρά κι ευγνωμοσύνη. Μαζί του είχε έλθει και η ευσεβής γυναίκα του.
Πριν μερικές εβδομάδες ,πιστοί από το Αγρίνιο με τον π. Θεόκλητο είχαν έρθει στην Βαρνάκοβα, για να προσκυνήσουν και να κάνουν και Θεία Λειτουργία. Μαζί τους είχε έλθει και η σύζυγος του κυρίου Σωτήρη, κατά προτροπή του ιδίου. Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under Χωρίς κατηγορία

Αρέσει σε %d bloggers: