Tag Archives: Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό: π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: Λαϊκοί καί Κληρικοί στήν ἀρχαία Ἐκκλησία. Πῶς ἀσθενεῖς πῆραν τή θέση τῶν γιατρῶν.

π. Ἰωάννης Ρωμανίδης Πηγη:»Ἐμπειρική Δογματική της Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατά τίς προφορικές παραδόσειςτου π. Ι. Ρωμανίδη» Τόμος Β΄. Τοῦ σέβ. Μητρ. Ναυπάκτου Ἰεροθέου Βλάχου
Οἱ πιστοί, μέ τά Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος καί μέ τόν ἀγώνα τους να ἐφαρμόσουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, εἶχαν κάποιο πνευματικό χάρισμα, τουλάχιστον τήν νοερά καρδιακή προσευχή, ἀνῆκαν στό «βασίλειον ἱεράτευμα».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν ἀπαρίθμηση τῶν χαρισμάτων, πού εἴδαμε στό χωρίο πού παρατέθηκε πιό πάνω, ὡς τελευταῖο θέτει τό χάρισμα τῶν γλωσσῶν, «γένη γλωσσῶν» πού εἶναι ἡ νοερά προσευχή.
Καί ἀπό ἄλλες ἐπιστολές τῶν Ἀποστόλων φαίνεται ὅτι ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν νοερά προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ἔνδειξη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὅτι ἀγαπᾶ τόν Θεό.
Ἔτσι, ὅλοι οἱ πιστοί, καί οἱ γυναῖκες, εἶχαν τήν πνευματική Ἱερωσύνη, τό «βασίλειον ἱεράτευμα», ἦταν φωτισμένοι, ἐκτός καί ἄν κανείς περιέπιπτε στήν ἁμαρτία, ὅποτε ἔχανε τήν προσευχή καί συγκαταριθμεῖτο μεταξύ τῶν Κατηχουμένων, ὡς μετανοῶν.
Πάντως, οἱ πιστοί δέν ἦταν αὐτοί πού δέν εἶχαν κάποιο χάρισμα, ἀλλά ὅσοι εἶχαν τουλάχιστον νοερά προσευχή.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται σέ ἀνθρώπους πού προσεύχονταν νοερά «προσεύξομαι τῷ πνεύματι, προσεύξομαι καί τῷ νοΐ» ἀλλά καί σέ ἰδιῶτες, πού δέν ἔχουν αὐτήν τήν νοερά προσευχή. «Ἐπεῖ ἐάν εὐλογήσης τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τόν τόπον τόν ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τό ἀμήν ἐπί τή σή εὐχαριστία;» (Ἅ΄ Κορινθίους Ἰδ’, 15-16).
Καί πιό κάτω γράφει: «ἐάν οὔν συνέλθη ἡ Ἐκκλησία ὅλη ἐπί τό αὐτό καί πάντες γλώσσαις λαλῶσιν, εἰσέλθωσι δέ ἰδιῶται ἡ ἄπιστοι, οὐκ ἐρούσιν ὅτι μαίνεσθε;» (Ἅ΄ Κορινθίους Ἰδ’, 23).
Εἶναι προφανές ὅτι στήν πρώτη Ἐκκλησία, κατά τήν περιγραφή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὑπῆρχαν οἱ…χαρισματοῦχοι, μέ μία ἱεράρχηση χαρισμάτων, καί οἱ ἰδιῶτες-λαϊκοί.

Ἐκτός δέ τῆς Ἐκκλησίας ἦταν οἱ ἄπιστοι.

Μέσα σέ αὐτά τά πλαίσια, ὅμως, βλέπουμε μία περίεργη ἐξέλιξη μέσα στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποία τό βασίλειον ἱεράτευμα τῆς Ἐκκλησίας δέν παρέμεινε ποιοτικά ἐκεῖνο πού ἦταν ἀρχικά.

Ἀρχικά, δηλαδή στήν ἐποχή τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ἔχουμε τούς λαϊκούς καί τούς Κληρικούς.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τούς λαϊκούς ὀνομάζει ἰδιῶτες καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησῖας ειναι ἐκεῖνοι πού ἑρμηνεύουν τούς «ἰδιῶτες» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὡς λαϊκούς.

Λαϊκός εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει βαπτισθεῖ, ἄλλα δέν ἔχει ἀκόμη κληθεῖ ἄνωθεν, ὥστε νά γίνει βασίλειον ἱεράτευμα, δηλαδή Κληρικός.

Ὡς Κληρικός ἐθεωρεῖτο ὁ θεοκλητός, ἐκεῖνος δηλαδή πού ἔχει δεχθεῖ μέσα στήν καρδιά τοῦ τήν ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί πού τό Πνεῦμα εἶχε ἀρχίσει νά προσεύχεται μέσα του. Ἐκεῖνος δηλαδή πού εἶχε γίνει ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί γι’ αὐτό μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτό σημαίνει ὅτι στήν ἀρχαία Ἀποστολική Ἐκκλησία ὅλοι οἱ πιστοί ἦταν χαρισματοῦχοι, ἀνῆκαν στό «βασίλειον ἱεράτευμα», εἶχαν τήν πνευματική Ἱερωσύνη, διότι εἶχαν ὅλοι, τουλάχιστον, τήν νοερά προσευχή, πού εἶναι μία πνευματική ἱερουργία.

Ἀπό αὐτούς τούς πιστούς ἐξέλεγαν μερικούς γιά νά τούς καταστήσουν Διακόνους, Πρεσβυτέρους καί Ἐπισκόπους καί νά ἔχουν τό εἰδικό χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης, μέ τό ὁποῖο θά τελοῦν τά Μυστήρια καί θά κατευθύνουν πνευματικά τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Προκειμένου οἱ Ἀπόστολοι νά ἐκλέξουν τούς πρώτους Διακόνους καί νά τούς χειροτονήσουν, εἶπαν στούς πιστούς: «ἐπισκέψασθε οὔν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καί σοφίας, οὖς καταστήσομεν ἐπί τῆς χρείας τούτης» (Πράξεις στ’, 3).

Ὁ δέ Πρωτομάρτυς Στέφανος ἦταν «ἄνδρας πλήρης πίστεως καί Πνεύματος Ἁγίου» (Πράξεις στ’, 5).

Γιά νά ἐκλεγοῦν κάποιοι νά γίνουν Διάκονοι, ἔπρεπε νά ἔχουν Ἅγιον Πνεῦμα. Το νά ἔχουν τό Ἅγιον Πνεῦμα σημαίνει ὅτι εἶχαν νοερά προσευχή, πού εἶναι σαφεστάτη ἀπόδειξη παρουσίας καί ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί αὐτό ἦταν γνωστό στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί τούς ἀναγνώριζαν, προφανῶς, καί ἀπό τό χάρισμα πού καί αὐτοί οἱ ἴδιοι εἶχαν.

Οἱ Κληρικοί στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅπως συγκροτήθηκαν σέ βαθμούς τῆς Ἱερωσύνης -Διάκονοι, Πρεσβύτεροι καί Ἐπίσκοποι- εἶχαν πνευματικό χάρισμα καί, ἔτσι, τελοῦσαν τά Μυστήρια, ἀλλά συγχρόνως καθοδηγοῦσαν τούς πιστούς γιά νά μεθέξουν τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ὥστε μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις νά μετέχουν ἀξίως τῶν Μυστηρίων.

Αὐτό συνιστᾶ τήν θεραπεία τῶν Χριστιανῶν. Οι βαθμοί τῆς Ἱερωσύνης ἀντιστοιχοῦσαν μέ τούς βαθμούς τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης μᾶς τό λέει καθαρά, ὅτι ὁ Διάκονος ἀντιστοιχεῖ μέ τό στάδιο τῆς καθάρσεως, ὁ Πρεσβύτερος μέ τό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ καί ὁ Ἐπίσκοπος μέ τό στάδιο τῆς Θεώσεως.

Αὐτό φαίνεται καί ἀπό τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία γιά νά γίνει κανείς Κληρικός δέν ἔπρεπε νά εἶναι νεοφώτιστος.

Αὐτό τό συναντᾶμε καί στήν ἐντολή πού δίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν Ἐπίσκοπο Τιμόθεο: «δεῖ τόν τόν ἐπίσκοπον… μή νεόφυτον, ἴνα μή τυφωθεῖς εἰς κρίμα ἐμπέση τοῦ διαβόλου» (Ἅ΄ Τίμ. γ’, 2 καί 6).

Καί χειροτονοῦμε τόν ἄνθρωπο, ὅταν φθάσει στήν φώτιση. Τότε τόν χειροτονοῦμε. Ἡ χειροτονία δέν τόν κάνει φωτισμένο. Ἐπειδή εἶναι φωτισμένος, τόν χειροτονοῦμε.

Ἔχουμε Πανεπιστήμιο, ἔχουμε Λύκειο καί ἔχουμε τό Δημοτικό Σχολεῖο.

Γιά νά γίνει κανείς Ἐπίσκοπος ἤ Κληρικός στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἔπρεπε νά εἶναι ὄχι μόνο νεοφώτιστος, γι’ αὐτό καί ὑπάρχει κανόνας πού ἀπαγορεύει σέ νεοφώτιστο νά χειροτονηθεῖ.

Γιατί ἀπαγορεύει σέ νεοφώτιστο νά χειροτονηθεῖ;

Διότι ὁ νεοφώτιστος δέν εἶχε φθάσει ἀκόμα στήν ἀέναη μνήμη τοῦ Θεοῦ, εἶχε μόλις περάσει τό στάδιο τῆς καθάρσεως καί ὡς νεοφώτιστος ἐμάνθανε τά τοῦ σταδίου τοῦ φωτισμοῦ καί μετά, μαζί μέ τήν ἀέναη μνήμη Θεοῦ, ἐθεωρεῖτο ὅτι μπῆκε στό στάδιο τῆς θεωρίας.

Αὐτό τό στάδιο τῆς θεωρίας, πού εἶναι τό πρῶτο βῆμα, εἶναι τό ἀνώτερο βῆμα τοῦ φωτισμοῦ καί τό πρῶτο βῆμα πρός τήν θέωση.

Ἀπό αὐτήν τήν κατάσταση ἐκλέγονταν οἱ Ἐπισκοποι καί γι’ αὐτό δέν γίνονταν οἱ νεοφώτιστοι Ἐπίσκοποι, ἀλλά οἱ φωτισμένοι.

Αὐτός ὁ φωτισμένος δέν σημαίνει ἀπόφοιτός του Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἤ τῶν Ἀκαδημιῶν τῆς Ρωσίας, ἀλλά σημαίνει ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος εἶχε φώτιση, ἀέναη μνήμη Θεοῦ, νοερά προσευχή κλπ., εἶχε κατ’ οὐσίαν καθαρισθεῖ.

Μέ τήν πάροδο, ὅμως, τοῦ χρόνου ἐκκοσμικεύεται ἡ Ἐκκλησία.

Κατ’ ἀρχάς, Κληρικοί χειροτονοῦνται ὅσοι ἀπό τούς πιστούς εἶχαν προσευχή, ἀργότερα ὅμως χειροτονοῦνται ἄνθρωποι πού εἶχαν μία καλή ἐξωτερική διαγωγή… ἀλλά ἐπειδή δέν εἶχαν κάποιο χάρισμα, δέν ἤξεραν νά θεραπεύουν τούς ἀνθρώπους, συνέχιζαν ὅμως νά τελοῦν τά Μυστήρια.
Ὁ Κλῆρος εἶναι μία ὁμάδα ἀπό ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται τουλάχιστον στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, κατά τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων.

Ἐάν δέν βρίσκεται στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, τότε οἱ ἀδυναμίες τοῦ Κλήρου πρέπει νά ἀναπληρωθοῦν.

Δία μέσου τῶν αἰώνων, ὅταν ἔπεσε ὁ Κλῆρος γενικά ἀπό τήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, ἔγινε μία γενική πτώση, ὄχι μόνον τοῦ ἱερατικοῦ Κλήρου, δηλαδή τῶν Ἱερέων, τῶν παπάδων δηλαδή καί τῶν διακόνων κλπ.

Ἡ πτώση ἤτανε τόσο γενική, πού συμπεριλαμβάνονται καί οἱ Ἐπίσκοποι στήν πτώση αὐτή. Καί οἱ Ἐπίσκοποι ἔπεσαν ἀπό τήν κατάσταση αὐτή τοῦ φωτισμοῦ, καί δέν εἶχαν οὔτε καν περάσει ἀπό τήν κατάσταση τῆς καθάρσεως.

Αὐτά ἄν κανείς τά ἔχει ὑπ’ ὄψη του καί ἀρχίζει καί μελετάη τούς Κληρικούς τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, μεταξύ τῶν Χριστιανῶν, ὅσοι περνοῦσαν καί ἔφθαναν στόν φωτισμό, στήν θεωρία, ἤσαν ἀπό μόνοι τους διδάσκαλοι, ἐπειδή ἔφθαναν σέ μία πνευματική κατάσταση.

Γι’ αὐτόν τόν λόγο ἔχουμε τό παράδοξο φαινόμενο ὅτι ἐνορίες τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας εἶχαν πολλούς Ἱερεῖς.

Ἡ Ἁγία Σοφία στήν ἐποχή τοῦ Ἡρακλείου εἶχε ὀγδόντα Πρεσβυτέρους καί ἑκατόν πενήντα Διακόνους καί αὐτοί οἱ ἀριθμοί εἶναι μετά τήν ἐλάττωση.

Ὑπῆρχαν πολύ περισσότεροι καί ὁ ἀριθμός ἐλαττώθηκε. Ξέρουμε μόνο τόν ἀριθμό μετά τήν ἐλάττωση, ὄχι πρῶτα.

Ἡ χειροτονία ἦταν μία πράξη τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία πιστοποιοῦσε ὅτι αὐτός κάνει γιά Πρεσβύτερος, ἐπειδή εἶχε φθάσει κάπου καί γι’ αὐτό κάνει καί γιά Πνευματικός Πατέρας. Ἄν ὅμως δέν ἔφθανε, δέν κάνει γιά Πνευματικός Πατέρας, ὅποτε δέν μπορεῖ νά φθάσει σέ χειροτονία Πρεσβυτέρου, χειροτονία Ἐπισκόπου.

Αὐτό σημαίνει ὅτι, στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, ἡ ἐνορία ἀπετελεῖτο ἀπό φωτισμένους, ὄχι γιατί ἀπέκτησαν λογικές γνώσεις, διότι ὁ πιό φωτισμένος ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως εἶναι ὁ διάβολος, εἶναι ὁ καλύτερος θεολόγος ἀπό αὐτούς πού δέν εἶναι στόν Παράδεισο.

Αὐτοί πού φθάνουν στήν θέωση, στήν Καινή Διαθήκη λέγονται Ἀπόστολοι καί Προφῆτες.

Ἀπό αὐτούς ἐξελέγοντο οἱ Ἐπίσκοποι, ἀπό τούς θεουμένους, δηλαδή, ἀπό τούς Προφῆτες ἦταν οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ Πρεσβύτεροι.

Μετά ὑπῆρχαν καί δάσκαλοι καί ὅλοι οἱ ἄλλοι, δηλαδή, στήν Ἐκκλησία. Ἐπικεφαλεῖς τῆς κάθε ἐνορίας εἶναι οἱ Προφῆτες.

Αὐτοί εἶναι οἱ γιατροί τοῦ νοσοκομείου, δηλαδή. Μεταξύ τῶν γιατρῶν τοῦ νοσοκομείου ὑπάρχει καί ἕνας διευθυντής γιατρός. Μετά ἀπό τούς γιατρούς εἶναι οἱ νοσοκόμες καί ὅλοι οἱ ἄλλοι, δηλαδή, πού ἀποτελοῦν ἕνα νοσοκομεῖο.

Ἐκεῖνο πού ἔγινε στήν Ἐκκλησία εἶναι τό ἑξῆς: ὅ,τι ψῆφο γιά νά βγάλουν δεσποτάδες, ἄς ποῦμε, εἶχαν οἱ Προφῆτες, διότι αὐτοί διοικοῦσαν τήν Ἐκκλησία καί δέν ἦταν Προφῆτες ἐπειδή ἐξελέγονται Προφῆτες ἀπό τόν λαό, ἦταν θεοκλητοί, γι’ αὐτό ἔχουμε τούς θεοκλήτους.

Ὅποτε, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λέγουν ὅτι πρέπει κανείς, γιά νά γίνει Κληρικός, νά εἶναι θεοκλητός. Τώρα, θεοκλητός σημαίνει ὅτι τό ἴδιο τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἦλθε καί κατώκησε μέσα στόν ἄνθρωπο καί προσεύχεται.

Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «οὖς μέν ἔθετο ὁ Θεός ἐν τή Ἐκκλησία πρῶτον Ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους» (Ἅ’ Κορινθίους Ἰβ’, 28) κλπ.

Αὐτοί τώρα ἀποτελοῦν τό ἰατρεῖον, τούς γιατρούς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι μεταξύ τους ἐκλέγουν καί ἕναν διευθυντή τοῦ νοσοκομείου πού λέγεται Ἐπίσκοπος, δηλαδή, καί αὐτοί διοικοῦν τήν Ἐκκλησία.

Ἡ Ἐκκλησία ἐθεωρεῖτο ὡς πνευματικό νοσοκομεῖο καί οἱ Κληρικοί ὡς πνευματικοί ἰατροί πού θεράπευαν τίς πνευματικές ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ Κλῆρος δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό ἰατρεῖο, δηλαδή οἱ γιατροί τοῦ νοσοκομείου. Και μετά ἀπό αὐτούς εἶναι ἐκεῖνοι πού εἶναι στόν φωτισμό, καί αὐτοί πού εἶναι στόν φωτισμό εἶναι οἱ νοσοκόμοι τοῦ νοσοκομείου καί μετά ἀπό τούς νοσοκόμους ἔχουμε αὐτούς πού εἶναι πρός κάθαρση, πού εἶναι οἱ ἄρρωστοί του νοσοκομείου.

Βέβαια, δέν εἶναι ἀκριβής ἡ παρομοίωση, εἶναι περίπου.

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, σιγά-σιγά ἐξαφανίζονται ἀπό κάποιο νοσοκομεῖο ὁ θεούμενος, ὁ γιατρός καί οἱ γιατροί, ἀλλά μπαίνουν οἱ φωτισμένοι στήν θέση τους, δηλαδή, καί σιγά-σιγά ἐξαφανίζονται καί αὐτοί καί μπαίνουν στήν θέση τους οἱ ἄρρωστοι.

Τώρα, τό νοσοκομεῖο τό διευθύνουν οἱ ἄρρωστοι.

Γι’ αὐτό καί ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέει ὅτι σήμερα γίνονται Ἐπίσκοποι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στήν ἐποχή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου λέγανε τό «ἀμήν», ὡς ἰδιῶτες, οἱ λαϊκοί δηλαδή.

Διότι ἐκεῖνος πού λέει τό «ἀμήν» στό 14° καί 13° κεφάλαιο τῆς Ἅ΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολῆς, ἐκεῖ πού λέμε τό «ἀμήν» στήν Ἐκκλησία, οἱ ἰδιῶτες αὐτοί κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοί οἱ ἰδιῶτες εἶναι οἱ λαϊκοί.

Καί τώρα ἐκεῖνοι πού λέγανε ἁπλῶς τό «ἀμήν», τώρα αὐτοί, λέει ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, εἶναι Ἐπίσκοποί της Ἐκκλησίας, δηλαδή οὔτε θέωση ἔχουν οὔτε φωτισμό.

Ἔχουν γίνει Ἐπίσκοποί της Ἐκκλησίας. (…)

Ἐρώτηση φοιτητού: Καί οὔτε ξέρουν γι’ αὐτά;

Ἀπάντηση: Οὔτε ξέρουν. Καί ἄν τά πεῖς, μπορεῖ νά σού ποῦν εἶσαι αἱρετικός κιόλας.

Εὐτυχῶς πού ἡ Ἐκκλησία τόν ἀναγνώρισε ὡς Ἅγιό της Ἐκκλησίας, καί ἅμα ποῦμε κάτι πού λέει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, δέν κινδυνεύουμε νά καταδικασθοῦμε ὡς αἱρετικοί.(!)

via Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό: π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: Λαϊκοί καί Κληρικοί στήν ἀρχαία Ἐκκλησία. Πῶς ἀσθενεῖς πῆραν τή θέση τῶν γιατρῶν.

Advertisements

Σχολιάστε

by | 08/10/2018 · 12:44 ΜΜ

Τό χάρισμα τῆς Ἀρχιερωσύνης: Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Σχολιάστε

Filed under ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Ῥωμηοὶ καὶ γραικύλοι

Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰεροθέου

Ἡ ἱστορία ἑνὸς Ἔθνους συνδέεται πολὺ στενὰ μὲ τὰ ὀνόματά του, ὅποτε μελετώντας κανεὶς τὰ ὀνόματα μπορεῖ νὰ ἐξακριβώση τὰ ἱστορικὰ δεδομένα, ἀλλὰ κυρίως τὴν πολιτιστικὴ ζωὴ ἑνὸς χώρου. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν πολύχρονη ἱστορία της. Ἑπομένως οἱ περιπέτειες ἑνὸς Ἔθνους ἔχουν σχέση καὶ μὲ τὶς περιπέτειες τῶν ὀνομάτων του.

Μεταξὺ τῶν ὀνομάτων ποὺ χαρακτήριζαν τοὺς Ἕλληνες εἶναι καὶ τὸ Γραικός, τὸ ὁποῖο μνημονεύει καὶ ὁ Ἀριστοτέλης καὶ βέβαια ὁ Γραικὸς γενεαλογεῖται ἀπὸ τὸν Δευκαλίωνα, ὅπως καὶ ὁ Ἕλλην. Οἱ Δυτικοὶ – Λατίνοι γνώριζαν τοὺς Ἕλληνας κυρίως ὡς Γραικούς. Ὅταν ὅμως ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ἔκανε τεράστια ἐντύπωση στοὺς Λατίνους οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νὰ τοὺς μιμοῦνται καὶ νὰ ὑποτιμοῦν τοὺς ἑαυτούς τους, χαρακτηρίζοντάς τους ὡς βαρβάρους, τότε ὑπῆρξε ἀντίδραση ἐκ μέρους τῶν πατρικίων, ἀφοῦ προσβαλλόταν ὁ ἐθνικισμός τους. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ ὁμιλοῦν περιφρονητικὰ γιὰ τοὺς Γραικοὺς – Ἕλληνας καὶ βέβαια γι’ αὐτοὺς ποὺ μαγεύονταν ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό. Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ-ΡΩΜΑΝΙΑ (ΒΥΖΑΝΤΙΟ)